Με το βιβλίο του «Nowhere man: The Final Days of John Lennon» ένας ανεξάρτητος δημοσιογράφος προσπαθεί να κάνει κάτι διαφορετικό: να προσεγγίσει την καθημερινότητα και τις άγνωστες πτυχές της ζωής του μεγάλου σταρ των Beatles, αποδεικνύοντας ότι πέρα από τον γνωστό μύθο που τον περιέβαλλε υπήρχε άλλος ένας ο οποίος έρχεται να διαψεύσει τις εντυπώσεις του κόσμου• αυτός που λέει ότι ο κορυφαίος των Σκαθαριών ήταν ευτυχισμένος επειδή ήταν πλούσιος και διάσημος...

Μάρτιος 1975. Ηταν έκπληξη και για τους δύο η στιγμή που επιβεβαιώθηκε η εγκυμοσύνη της. Τα τελευταία πέντε χρόνια, σε οποιονδήποτε επιστήμονα και αν είχαν απευθυνθεί ο Τζον Λένον και η Γιόκο Ονο τους έλεγε πως μάλλον ήταν αδύνατον να αποκτήσουν παιδί. Είχε ήδη αποβάλει τρεις φορές από τότε που ήταν με τον Τζον ¬ η πρώτη συνέβη το 1968. Τότε ο Τζον χρησιμοποίησε ένα στηθοσκοπικό μαγνητόφωνο για να καταγράψει τον παλμό του μωρού στην κοιλιά της Γιόκο, μια καταγραφή που συμπεριελήφθη στο άλμπουμ του 1969 «Unfinished Music Νο 2 - Life with Lions».

Η περίοδος της εγκυμοσύνης της Γιόκο είναι ωστόσο μια περίοδος βεβαρημένη και δύσκολη, γεμάτη αγωνία για το μωρό που θα γεννιόταν. Στιγμή ανακούφισης για το ζευγάρι ήταν - τι σύμπτωση! - η ημέρα των 35ων γενεθλίων του Τζον, στις 9 Οκτωβρίου του 1975, όπου η Γιόκο φέρνει στη ζωή με καισαρική ένα υγιέστατο αγοράκι: τον Σιν Ονο Λένον.

Ο Τζον μεγάλωσε χωρίς πατέρα και γι' αυτό αποφάσισε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Σιν, να βρίσκεται κοντά του κάθε στιγμή, να καλύπτει κάθε ανάγκη του τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τίποτε δεν θα μπορούσε να τον αποσπάσει από αυτόν: ο Σιν θα ήταν το κέντρο του κόσμου για αυτόν.

Τον Σεπτέμβριο του 1973 ο Τζον αφήνει τη Γιόκο για μια περιπέτεια με την προσωπική βοηθό του, τη Μέι Πανγκ (μια περιπέτεια που πολλοί ισχυρίζονται ότι ήταν σχέδιο της Γιόκο). Τους μήνες που ακολούθησαν τα ξέφρενα πάρτι έδιναν κι έπαιρναν ¬ ειδικά στο Λος Αντζελες με τον φίλο του Χάρι Νίλσον. Τελικά αφήνει πίσω του αυτή την περίοδο της κραιπάλης, όταν τον Νοέμβριο εμφανίστηκε σε μια συναυλία του Ελτον Τζον στην οποία ήταν γκεστ σταρ, μια εμφάνιση που έμελλε να είναι η τελευταία του.

Στο διάστημα που ακολουθεί ο Τζον έχοντας απαρνηθεί τη σχέση του με τη Μέι μεταμορφώνεται σε υπόδειγμα πατρός και συζύγου. Ουσιαστικά όλη αυτή η κατάσταση θύμιζε πρόωρη συνταξιοδότηση του Λένον, αφού εγκατέλειψε τη μουσική και περνούσε τον χρόνο του στο αχανές διαμέρισμα που είχε αυτός και η Γιόκο. Τα επόμενα πέντε χρόνια ο Λένον ήταν απομονωμένος έχοντας στρέψει την πλάτη του στον έξω κόσμο.

Αυτό διαρκεί ως το καλοκαίρι του 1980, όταν κυκλοφορεί η φήμη ότι αυτός και η Γιόκο επιστρέφουν στο στούντιο για να ετοιμάσουν το άλμπουμ «Double Fantasy», το οποίο κυκλοφορεί τον Νοέμβριο του 1980.

Ο Λένον επιστρέφει στον κόσμο και συμφωνεί να διαφημίσει το άλμπουμ στον Τύπο και στο ραδιόφωνο. Αυτό που όλοι θέλουν να μάθουν είναι το τι έκανε τα τελευταία πέντε χρόνια. Στη φαντασία του κόσμου ο Λένον είναι ένας αφοσιωμένος πατέρας και πρόθυμος νοικοκύρης. Για κάποιους αυτό είναι απλώς ένα κομμάτι του μύθου Λένον και Ονο, οι οποίοι προσπάθησαν να υποστηρίξουν την εικόνα του αγαπημένου, τρυφερού ζευγαριού που διατηρούσε καλή σχέση με τον κόσμο αλλά και μεταξύ τους.

Ο Αλμπερτ Γκόλντμαν είναι μεταξύ των πρώτων που δημιούργησε αυτή την εικόνα στο βιβλίο που εξέδωσε με τίτλο «Οι ζωές του Τζον Λένον» (1988), ακόμη πιο αντιφατικό όμως είναι το βιβλίο που κυκλοφόρησε με τίτλο «Nowhereman: The Final Days of John Lennon» του νεοϋορκέζου συγγραφέα Ρόμπερτ Ρόουζεν ¬ το οποίο ο ίδιος αποκαλεί «ερευνητική δημοσιογραφία και φαντασία» ¬ όπου προσπαθεί να επαναδημιουργήσει την καθημερινή ατμόσφαιρα της ζωής του Λένον και φτάνει ως και τη νύχτα της δολοφονίας του Λένον από τον μανιακό Μαρκ Τσάπμαν στις 8 Δεκεμβρίου του 1980.

Ο Ρόουζεν δούλευε περίπου 20 χρόνια αυτή την ιστορία, από τότε που είχε μια σχετική πρόσβαση στα προσωπικά ημερολόγια του Λένον. Το βιβλίο που έγραψε, όπως εξηγεί ο ίδιος, σε καμία περίπτωση δεν βασίζεται αποκλειστικά στα ημερολόγια. «Χρησιμοποίησα ό,τι θυμόμουν από τα ημερολόγια του Λένον σαν οδηγό για την αλήθεια. Το βιβλίο μου» αναφέρει στην εισαγωγή «συμπληρώθηκε από μια σειρά πηγές ¬ τη μουσική του Λένον, δημοσιεύματα και συνεντεύξεις, ιστορική καταγραφή, συνομιλίες με το προσωπικό του και με άλλα άτομα που τον γνώριζαν, βιβλία που αφορούν τη ζωή και τον θάνατο του Λένον, μεταξύ των οποίων και αυτό του Τζακ Τζόουνς "Let Me Take You Down: Inside the Mind of Mark Chapman, the Man Who Shot John Lennon"».

Η συνέντευξη που ακολουθεί καθώς και τα αποσπάσματα από το βιβλίο, που πρόκειται να κυκλοφορήσει τον επόμενο μήνα στη Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Uncut» και είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά τόσο για τον Λένον όσο και για τον συγγραφέα.

Ρόμπερτ Ρόουζεν (ο βιογράφος εξηγεί πώς μπήκε στη σκέψη του Λένον)

Ο Ρόμπερτ Ρόουζεν είναι ανεξάρτητος δημοσιογράφος που ζει στη Νέα Υόρκη. Εχει συνεργαστεί με πολλές εφημερίδες και περιοδικά και σπούδασε λογοτεχνική συγγραφή με τον Τζόζεφ Χέλερ και τον Τζέιμς Τόμπακ. Εχει κερδίσει το βραβείο ποίησης Hugo Boss το 1996.

- Τι σήμαινε για εσάς προσωπικά ο Τζον Λένον;
«Ημουν θαυμαστής του αλλά όχι φανατικός. Είχα αγοράσει το "Sgt Pepper", το "White Album" και το "Abbey Road". Οταν διαλύθηκαν δεν παρακολούθησα τη σόλο καριέρα του καθένα χωριστά. Τότε ο Τζον Λένον μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, κάτι που με ώθησε στο να τον μελετήσω από κοντά. Και αυτό γιατί στη Νέα Υόρκη είναι το σπίτι μου».

- Ποια ήταν η πρώτη σας συνάντηση με τον Τζον και τη Γιόκο;
«Ημουν στο κολέγιο με έναν τύπο που τον έλεγαν Φρεντ Σίμαν. Τον Ιανουάριο του 1979 έπιασε δουλειά ως προσωπικός βοηθός του Τζον Λένον. Από την πρώτη κιόλας ημέρα που έπιασε δουλειά μού είπε να συνεργαστούμε για ένα βιβλίο. Μου τηλεφωνούσε κάθε ημέρα από όπου και αν βρισκόταν και μου έλεγε τα κουτσομπολιά. Μπορούσε επίσης να παίρνει τη Μερτσέντες του Τζον και πηγαίναμε τα βράδια βόλτες. Είμαστε εν πλήρει δράσει. Ο Φρεντ αγόραζε ναρκωτικά για τον Τζον, από τα οποία κρατούσε κάτι και για εμάς. Επαιρνε τη Μερτσέντες, γυρίζαμε στους δρόμους και καπνίζαμε το καλύτερο χόρτο του Τζον».

- Τι είδους κουτσομπολιά σάς έλεγε;
«Ο Φρεντ μου περιέγραφε έναν τύπο ο οποίος έμενε κλειδωμένος στην κρεβατοκάμαρά του όλη την ημέρα παραληρώντας για τον Ιησού, έμοιαζε παράφρων και απόλυτα διαταραγμένος. Κρατούσα σημειώσεις για όλα όσα μου έλεγε και φυσικά τα έχω γράψει και στο βιβλίο μου. Μετά, τον Ιούνιο του 1980, ο Φρεντ πήγε με τον Τζον στις Βερμούδες. Ισχυρίζεται ότι το διάστημα που ήταν εκεί ο Τζον του είπε πως σε περίπτωση που του συνέβαινε κάτι ήταν δουλειά του Φρεντ να πει την αληθινή ιστορία της ζωής του».

- Πώς αντέδρασε ο Φρεντ Σίμαν όταν πέθανε ο Τζον;
«Ηλθε στο διαμέρισμά μου προτού περάσει ένα εικοσιτετράωρο. Ουσιαστικά τότε ξεκινά και η συγγραφή του βιβλίου. Ο Φρεντ γνώριζε καλά ότι η ζωή του Τζον ήταν πολύ διαφορετική από ό,τι φανταζόταν ο κόσμος. Το πορτρέτο που είχαν σχηματίσει τα μέσα ενημέρωσης δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Είπε: "Τώρα είναι η ώρα να γράψουμε το βιβλίο"».

- Ετσι σε αυτό το σημείο αρχίσατε να συνεργάζεστε;
«Ναι, είχα ουσιαστικά κάνει μια συμφωνία για να μου δίνει πληροφορίες. Αρχισε να με "τροφοδοτεί" με υλικό - αρχικά όχι με τα ημερολόγια, αλλά με διαφάνειες, φωτογραφίες, μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα. Ενα από τα πρώτα πράγματα που μου έδωσε ήταν τα ντέμο του "Double Fantasy"».

- Ποια στιγμή πήρατε τα ημερολόγια;
«Μου έδωσε τα ημερολόγια τον Μάιο του 1981. Ισχυριζόταν ότι "αυτό επιθυμεί ο Τζον". Και πίστευα ότι ο Τζον ήθελε να βγουν στην επιφάνεια όλα, γιατί έτσι ήθελα να πιστεύω».

- Πώς βρέθηκαν τα ημερολόγια στην κατοχή του Σίμαν;
«Ηταν εκεί και τα πήρε. Με το που πέθανε ο Τζον πήρε κούτες γεμάτες πράγματα, κάτι που συνέχισε να κάνει επί εβδομάδες. Ηξερα όμως ότι τα ημερολόγια ήταν το κλειδί για τη συνείδηση του Τζον».

- Λοιπόν τα αντιγράψατε;
«Πέρασα σχεδόν πέντε μήνες διαβάζοντας και μελετώντας τα και μετά τα αντέγραψα. Ο γραφικός χαρακτήρας του ήταν δυσανάγνωστος και υπήρχαν και αρκετά στοιχεία κωδικοποιημένα. Μου πήρε οκτώ εβδομάδες, 16 ώρες ημερησίως για να τα αντιγράψω. Μπήκα στη σκέψη του Τζον και είδα το φως και την αλήθεια με τον τρόπο που τα είχε δει και αυτός».

- Πώς νιώσατε την πρώτη στιγμή που τα διαβάσατε;
«Ηταν κάτι ενδιαφέρον. Ηταν απομονωμένος. Αν νομίζεις ότι με το να γίνεις πλούσιος και διάσημος έχεις λύσει και τα προβλήματά σου, τότε κάνεις λάθος. Ολη αυτή η κατάσταση επιδείνωσε τη ζωή του. Οτιδήποτε ήταν λάθος προτού γίνει Σκαθάρι μετά έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Αυτό ήταν το μήνυμα που πήρα εγώ από τα ημερολόγια».

- Μετά τον θάνατο του Τζον ο Σίμαν συνέχισε να δουλεύει για τη Γιόκο;
«Ναι, ώσπου κάποια ημέρα τρακάρισε με τη Μερτσέντες και τον απέλυσε. Με διαβεβαίωσε όμως ότι η συνεργασία μας θα συνεχιζόταν. Μετά πήγα διακοπές στην Τζαμάικα και όταν επέστρεψα όλα τα στοιχεία που είχαν σχέση με το σχέδιο Λένον είχαν εξαφανιστεί. Ο Φρεντ είχε τα κλειδιά του διαμερίσματός μου».

- Πήρε τα πρωτότυπα ημερολόγια;
«Τα είχα φυλάξει σ' ένα ασφαλές ντουλάπι, του οποίου τα κλειδιά είχαμε και οι δύο, κι έτσι τα πήρε. Είχα όμως και τα αντίγραφα και τις φωτοτυπίες, τα οποία επίσης πήρε. Ωστόσο μετά συνειδητοποίησα ότι ένα μεγάλο μέρος των ημερολογίων είχε χαραχθεί στη μνήμη μου. Είχα απομνημονεύσει τα ημερολόγια. Επειδή είχα αντιγράψει ένα μεγάλο μέρος με βοήθησε πολύ στο να συγκρατήσω κάποια πολύ σημαντικά αποσπάσματα.

Ετσι τα ξανάγραψα όλα».
- Μετά δουλέψατε για τη Γιόκο. Πώς συνέβη αυτό;
«Νόμιζα πως είχα μια ιστορία που ήταν για το ροκ εν ρολ ό,τι ήταν για την πολιτική το Γουοτεργκέιτ. Κι έτσι πήγα στον Γιαν Βένερ στους Rolling Stone. Το κοίταξε με τη Γιόκο. Δεν γνώριζε τίποτε για τα κλεμμένα ημερολόγια ως τη στιγμή που της το είπε. Μου είπε πως δεν υπήρχε τρόπος να τα εκδώσει αλλά ήθελε να σώσει το κάρμα μου. Μου είπε ότι το μοναδικό πράγμα που μπορούσα να κάνω ήταν να της πω την ιστορία».

- Κι έτσι κάνατε;
«Είχα μια συνάντηση με τους πληρεξούσιους της περιουσίας του Λένον, στην Ντακότα, τον Αύγουστο του 1982. Τους είπα την ιστορία και έμειναν έκπληκτοι. Ουσιαστικά έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Ολη η κατάσταση έμοιαζε παρανοϊκή. Πίστευαν ότι ίσως ο Φρεντ Σίμαν είχε προσλάβει τον Μαρκ Τσάπμαν για να στήσει όλη την ιστορία. Αυτό τελικά από ό,τι αποκαλύφθηκε δεν ίσχυε αλλά εκείνοι ήταν πεπεισμένοι. Επιπλέον πίστευαν ότι ίσως ο Φρεντ προσπαθούσε να με σκοτώσει και γι' αυτό με έβαλαν σ' ένα ξενοδοχείο στη Νέα Υόρκη με ψεύτικο όνομα. Εμεινα εκεί βλέποντας τηλεόραση για πολλές εβδομάδες».

- Πότε συναντήσατε τη Γιόκο;
«Είχα βγει ένα πρωινό για ν' αγοράσω μια εφημερίδα και στη γωνία με περίμεναν οι σωματοφύλακες της Γιόκο. Μου είπαν πως η Γιόκο ήθελε να μου μιλήσει και ότι ήταν επείγον. Είπα "εντάξει αλλά χωρίς δικηγόρους". Τη συνάντησα στην Ντακότα και μου ζήτησε να διαβάσει τα ημερολόγια. Μου είπε πως μέσα σ' αυτά υπήρχαν στοιχεία που ούτε κι αυτή μπορούσε να καταλάβει. Μου είπε ότι τα χειρόγραφα του Τζον ήταν ιερά. Ηταν σαφές πως προσπαθούσε να με κάνει να νιώσω ένοχος: είχα διαβάσει τα απαγορευμένα ιερά βιβλία».

- Και προσφέρθηκε να σας προσλάβει;
«Οι διαπραγματεύσεις για τον μισθό έγιναν στην τουαλέτα. Στεκόμαστε ο ένας απέναντι από τον άλλον. Την επόμενη ημέρα επέστρεψα με δεκαέξι τόμους των ημερολογίων και των χειρογράφων μου. Περάσαμε εβδομάδες διαβάζοντάς τα, προσπαθώντας να τα ταξινομήσουμε και να συνθέσουμε την ιστορία. Τα ημερολόγια βρίσκονται ως και σήμερα στην κατοχή της».

- Κατάφερε να πάρει και τα γνήσια ημερολόγια από τον Σίμαν;
«Χρησιμοποίησαν τις πληροφορίες που τους είχα δώσει για να συλληφθεί ο Φρεντ. Κάτι που εμένα προσωπικά με ευχαρίστησε αφού ήμουν έξαλλος μαζί του. Καταδικάστηκε για κλοπή και πέντε χρόνια φυλάκιση, νομίζω. Σήμερα ισχυρίζεται μέσω του Διαδικτύου ότι η Γιόκο προσέλαβε τον Τσάπμαν και άλλες ανοησίες αυτού του είδους».

- Η Γιόκο έχει ακόμη τα ημερολόγια;
«Απ' όσο ξέρω ναι. Υπάρχει μια φήμη ότι τα ημερολόγια του 1980 έχουν χαθεί. Μπορεί να βρίσκονται σε κάποια κούτα στην Ντακότα».

- Τι μας λέει το βιβλίο για τον Λένον, που δεν το γνωρίζαμε πριν;
«Πρόκειται για ένα τρισδιάστατο πορτρέτο που σε μεταφέρει στη σκέψη του Λένον. Ελπίζω να είναι σαφές το εξής: το να είσαι ο Τζον Λένον είναι μια εμπειρία που κάλλιστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί νευρωτική. Υπάρχουν πάρα πολλές λεπτομέρειες για το τι συμβαίνει στο μυαλό του, κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στο παρελθόν. Πιστεύω ότι η αξία του έγκειται στη συγκέντρωση μικρών λεπτομερειών, στο ύφος και στον τρόπο θέασης των πραγμάτων».

- Σας ενοχλούν οι άνθρωποι της Γιόκο;
«Οχι, αλλά οι δικηγόροι μας βρίσκονται σε επαφή. Ηθελε να δει το χειρόγραφο προτού εκδοθεί, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει κάτι τέτοιο. Δεν έχω κάτι εναντίον της και δεν επιθυμώ τίποτε περισσότερο από το να έχω μια "ειρηνική" σχέση μαζί της».


Αποσπάσματα από το βιβλίο
ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ 1980


«Κάτι δεν πήγαινε καλά με τον Τζον Λένον και τη Γιόκο Ονο με την είσοδο της νέας δεκαετίας στην Ντακότα. Οι ζωές τους άρχισαν να χωρίζουν. Ηταν τόσο απελπιστική η κατάσταση, που το υπηρετικό προσωπικό δεν απέκλειε ακόμη και την πιθανότητα μιας διπλής αυτοκτονίας. Αλλά μάλλον επρόκειτο περισσότερο για ευχή παρά για πεποίθηση. Η αυτοκτονία ήταν εκτός πραγματικότητας. Κι αυτό γιατί υπήρχε ένα πράγμα για το οποίο ο Τζον ήταν απόλυτα σίγουρος: δεν ήθελε ο γιος του, ο Σιν, να μεγαλώσει ορφανός. Κι επιπλέον πίστευε βαθιά στην ύπαρξη του Θεού. Αν αυτοκτονούσε, τότε θα το πλήρωνε ακριβά...».

ΕΚΕΙΝΗ Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΑΙΣΘΗΣΗ

«Κάποιες φορές ο Τζον άρχιζε την ημέρα του πολύ νωρίς, όπως για παράδειγμα στις 4 π.μ. Ανανεωμένος από έναν βαθύ, ήσυχο ύπνο καθόταν στο κρεβάτι του και αμέσως κατέγραφε τη συγκεκριμένη στιγμή. Μετά περπατούσε μέσα στο δωμάτιο, πήγαινε προς το παράθυρο, καθόταν και κοιτούσε προς το Central Park και το κέντρο του Μανχάταν περιμένοντας να χαράξει. Ωστόσο συνήθως ξυπνούσε γύρω στις 6 με 7 π.μ. Το βιολογικό του ρολόι ήταν καλά προγραμματισμένο. Δεδομένου του ότι δεν υπήρχαν σοβαρές διαταραχές η ώρα που ξυπνούσε κάθε φορά διαφοροποιούταν μόνο κατά δύο ή τρία λεπτά κι αυτό για μια φορά σε πολλούς μήνες. Από τη στιγμή που δεν υπήρχε κανένας σοβαρός λόγος για να ξυπνήσει, δεν έβαζε ποτέ ξυπνητήρι. Μια πρωινή ρουτίνα που σχετιζόταν με τη χρόνια ανεργία περισσότερο και όχι με την οικονομική του επάρκεια ή μια μαγική αίσθηση. Δεν έκανε τίποτε, δεν πήγαινε πουθενά.

Συνήθως ήταν ή "ανεβασμένος" ή καλά ή "πεσμένος". Οταν είχε καπνίσει πολλή μαριχουάνα από το προηγούμενο βράδυ, συνήθως ξυπνούσε αδύναμος. Αν ήθελε να βγει έξω, έπρεπε να πάρει άδεια από τη "Μητέρα". Η Γιόκο συνήθως ξυπνούσε νωρίτερα από αυτόν, γύρω στις 5 π.μ. Δεν κοιμόταν πολύ. Τις περισσότερες ώρες έμενε στο γραφείο της, στο Studio One, ξαπλωμένη στον καναπέ ή μιλώντας για τις επιχειρήσεις της με τον οικονομικό της σύμβουλο, τον Τσάρλι Σουάν, τον οποίο ο Τζον αποκαλούσε "Oracle" ή απλώς "Ο". Αν η Γιόκο δεν ήταν στο γραφείο της όταν ξυπνούσε ο Τζον, ήξερε πού βρισκόταν: στο Σόχο με τον "Ο"».

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΛΕΝΟΝ

«Το 1963 οι Μπιτλς βρίσκονταν στα παρασκήνια μιας αίθουσας συναυλιών κάπου στη Βόρεια Αγγλία, δεκαπέντε λεπτά προτού βγουν επί σκηνής. Ο Τζον δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς πού βρισκόταν, ίσως στο Μάντσεστερ ή στο Σέφιλντ... ούτως ή άλλως δεν είχε και ιδιαίτερη σημασία πλέον. Η μανία για τους Μπιτλς είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Καθόταν στα αποδυτήρια μαζί με κάποιους άλλους, όταν ξαφνικά ένιωσε έντονα την επιθυμία να κάνει έρωτα. Ζήτησε από κάποιον μάνατζερ να του φέρει μια ξανθιά, η οποία κατά προτίμηση να έχει μεγάλο στήθος. Ο μάνατζερ επέστρεψε ύστερα από μερικά λεπτά φέρνοντας μια ξανθιά κοπέλα 17 ετών! Δεν είπε κουβέντα. Την έσπρωξε στον τοίχο, της έσκισε τα ρούχα και ήλθε αμέσως σε επαφή μαζί της. Λίγο μετά ο Τζον διαπίστωσε ότι ήταν γεμάτος αίματα και όλοι άρχισαν να γελούν. Ο Τζον τρομοκρατήθηκε. Την έβρισε και μόλις που κρατήθηκε να μην τη χτυπήσει.

"Βγες έξω να παίξεις τη δαιμονισμένη κιθάρα σου, ματωμένε μπάσταρδε" του φώναξε κάποιος οδηγώντας τον προς τη σκηνή όπου βρίσκονταν ήδη οι άλλοι και τον περίμεναν.

"Δεν θα ξανακάνω ποτέ έρωτα! " φώναξε ο Τζον, φορώντας το παντελόνι του και βγαίνοντας έξω προς το μανιασμένο πλήθος. Τα πράγματα ηρέμησαν πάρα πολύ μέσα στα επόμενα χρόνια, τόσο που το 1980 ο Τζον Λένον ξυπνούσε και περνούσε ήρεμα πρωινά, κοιμόταν τα βράδια και όλη του η ζωή κυλούσε ήρεμα...

Το πρόβλημα ήταν ότι η Γιόκο είχε πλέον χάσει κάθε ενδιαφέρον για το σεξ...».

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ ΜΕ ΣΤΟΧΟ

«Θα ήταν παράνοια αν κάποιος υπέθετε ότι ο Μαρκ Ντέιβιντ Τσάπμαν υπήρξε λογικός, υγιής άνθρωπος - προτού φτάσει στη Χονολουλού - όταν ζούσε στο σπίτι του στα περίχωρα της Ατλάντα, στην Τζορτζια. Κάτι συνέβη όμως στη διάρκεια των τριών χρόνων που πέρασε στη Χαβάη. Κάτι συνέβη στη Χονολουλού που τον ώθησε στα άκρα.

Οποιος διαβάσει όλη αυτή την ιστορία φαντάζεται τον Τσάπμαν μεσάνυχτα, γυμνό και μεθυσμένο στο διαμέρισμά του να γρατζουνάει την κιθάρα του, ενώ στο στερεοφωνικό του παίζει στη διαπασών το "Piggies" από το "White Album" των Μπιτλς. Συγκαλεί τα πνεύματα του Σατανά, την οικογένεια Μάνσον και ό,τι έχει σχέση με όλα αυτά. Και φυσικά τραγουδά: «Ο Τζον Λένον πρέπει να πεθάνει». Στο διπλανό δωμάτιο η χριστιανή γυναίκα του Γκλόρια, που τον αγαπά παθολογικά, κοιμάται ανυποψίαστη.

Τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι είναι ιερή αποστολή γι' αυτόν να σκοτώσει τον Λένον, αρχίζει να ηρεμεί. Αισθάνεται αγνός και καθαρός, κάτι που δεν έχει νιώσει ποτέ ξανά στο παρελθόν. Η μεταμόρφωση είναι άμεση και μαγική. Ο Μαρκ Ντέιβιντ Τσάπμαν ακούει τραγούδια και δεν αισθάνεται πλέον χαμένος αλλά ένας νέος άντρας με στόχο και ταυτότητα. Ο Τζον Λένον ήταν ο πρώτος άλλωστε που είχε επιβεβαιώσει ότι ένας νέος άντρας με στόχο μπορεί να πετύχει τα πάντα. Μπορεί να ταρακουνήσει όλον τον κόσμο».

14/05/2000

Το ΒΗΜΑ
 
Λίστα όλων των άρθρων