Οι συνομιλίες αυτές ηχογραφήθηκαν στις 23 και 24 Σεπτεμβρίου του 1969 στα γραφεία της Apple Records, στη Savile Row του Λονδίνου, όπου ο Τζον και η Γιόκο είχαν εγκαταστήσει το «στρατηγείο» τους και οργάνωναν τα χάπενινγκ για την ειρήνη, τις εκθέσεις και τις άλλες δραστηριότητες τους, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή για όποιον ήθελε να τους μιλήσει. Δεν επρόκειτο για «επίσημη» συνέντευξη· οι περισσότερες ερωτήσεις γίνονται από τον Miles, τότε μάνατζερ της Zapple, του πειραματικού τμήματος της δισκογραφικής εταιρείας, ενώ κόσμος μπαινοβγαίνει συνεχώς, άγνωστες φωνές παρεμβάλλονται, τηλέφωνα χτυπούν και ο Λένον διακόπτει πολλές φορές για να μιλήσει. Ένα μικρό τμήμα της απομαγνητοφώνησης, που ξεπερνάει τις 30.000 λέξεις, είχε δημοσιευθεί στην εναλλακτική μουσική εφημερίδα Oz - ένα από τα ελάχιστα έντυπα της εποχής που δεν λογόκρινε τις αναφορές των συνεντευξιαζομένων στο σεξ και στα ναρκωτικά και που δεν αναλωνόταν σε ερωτήσεις του τύπου « Ποιο είναι το αγαπημένο σου φαγητό;».

Τα αποσπάσματα του άγνωστου αυτού ντοκουμέντου που φιλοξενεί σήμερα κατ' αποκλειστικότητα το «Κ», ανοίγουν διάπλατα ένα «παράθυρο» στο μυαλό του Λένον, εμπεριέχουν απόψεις του για τη μουσική, την πολιτική και τον ακτιβισμό και φωτίζουν τη σχέση του με την Ονο αλλά και με τους Beatles, μόλις τρεις ημέρες αφ' ότου τους είχε ανακοινώσει ότι παραιτείται και δύο ημέρες πριν από την κυκλοφορία του Abbey Road, του τελευταίου (και κατά πολλούς καλύτερου) άλμπουμ που ηχογράφησαν. Η αποχώρηση του έμεινε επτασφράγιστο μυστικό για έξι ολόκληρους μήνες, γι' αυτό και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πώς ο ίδιος προσπαθεί να αποφύγει τις ερωτήσεις - παγίδες και να δώσει την εντύπωση ότι το μεγαλύτερο ροκ γκρουπ όλων των εποχών ζει και βασιλεύει...

Πώς «χτίζετε» ένα άλμπουμ αυτό τον καιρό; Έχετε άφθονο υλικό;

ΛΕΝΟΝ: Ένα σωρό τραγούδια! Είναι δύσκολο να προσπαθείς να χωρέσεις τη μουσική τριών ανθρώπων σ' ένα δίσκο, γι' αυτό και αποφασίσαμε να βγάλουμε ένα διπλό άλμπουμ (σ.σ. το «Λευκό» του 1968, που έγινε 19 φορές πλατινένιο και το πιο επιτυχημένο για το συγκρότημα). Βέβαια, θα μας έπαιρνε πολύ χρόνο να κυκλοφορούμε συνέχεια διπλά άλμπουμ, γι' αυτό και δίνουμε τραγούδια αλλού, στην Plastic Ono Band ή στον George, κι έτσι μοιράζεται το υλικό. Δεν βλέπω πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να λειτουργήσουμε. Επίσης, δεν έχουμε μια συνολική σύλληψη για κάθε άλμπουμ - ο Paul το κάνει αυτό ή τουλάχιστον το προσπαθεί. Εκείνος εφηύρε, για παράδειγμα, αυτήν την ιστορία με τα medley. Εμένα δεν με ενδιαφέρουν τα concept άλμπουμ, το μόνο που με νοιάζει είναι ο ήχος. Μ' αρέσει το πράγμα να «πηγαίνει» μόνο του. Δεν με ενδιαφέρει να μετατρέπω ένα δίσκο σε παράσταση, απλά του βάζω 14 ροκ τραγούδια μέσα.

Πόσο σε έχει επηρεάσει η Γιόκο;

Λ: Εεε, πάρα πολύ! Είναι πια το 50% του εαυτού μου.

ΟΝΟ: Επηρεάζουμε ο ένας τον άλλο.

Σχετικά τώρα με αυτά που γράφεις για τους Beatles και για τις προσωπικές δουλειές σου...

Λ: (διακόπτει) Δεν γράφω για τους Beatles, γράφω για τον εαυτό μου. Κι έτσι επηρεάζομαι απ' όσα μου συμβαίνουν κάθε στιγμή. Είμαι ερωτευμένος, πάει και τέλειωσε. Κι έτσι, κάθε φορά που πιάνω την κιθάρα τραγουδάω για την Γιόκο, αυτή είναι η έμπνευση μου. Προφανώς με επηρεάζουν οι ιδέες της, όπως και το γεγονός ότι προέρχεται από την «άλλη όχθη», το λεγόμενο avant garde ή το underground ή απ' όπου αλλού έρχεται... She came in through the bathroom window! (σ.σ. αναφέρεται στο ομώνυμο τραγούδι του Μακ Κάρτνεϊ από το Abbey Road). Με ενθάρρυνε να βγάλω το φρικιό που έκρυβα μέσα μου.

Ο: Ο Τζον έκρυβε τόσα πράγματα μέσα του, που ήταν κάπως... Ξυπνήσαμε ο ένας τον άλλο!

Και πώς επηρέασε αυτό τους Beatles;

Λ: Θα πρέπει να τους ρωτήσεις.

Εσύ τι πιστεύεις, ως το ένα τέταρτο τους;

Λ: Δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Προφανώς μας επηρέασε ο γάμος μου με τη Γιόκο και ο γάμος του Πολ με τη Λίντα, όλα αυτά είχαν αντίκτυπο στους Beatles, αλλά με ποιον τρόπο ακριβώς, δεν το ξέρω.

Όσα συμβαίνουν στη ζωή σου δεν φαίνεται προς το παρόν να τροφοδοτούν με νέα θέματα τα τραγούδια σου.

Λ: Τι υπάρχει για να τραγουδήσεις; Στον καινούργιο δίσκο τραγουδάω για τον «Κακό κύριο Μουστάρδα» (Mean mr Mustard) και την «Πολυθένια Παμ» (Poluthene Pam), αλλά αυτά είναι απλώς ολοκληρωμένες σαχλαμάρες που είχα γράψει στην Ινδία. Για να είμαι ειλικρινής, τα μόνα πράγματα που με ενδιαφέρουν είναι η Γιόκο και η ειρήνη και δεν έχω κανένα πρόβλημα να τραγουδάω γι' αυτά ξανά και ξανά και ξανά - περνάω τη δική μου «μπλε περίοδο» σαν ζωγράφος! Είναι σαν κάποιος να περνάει έναν ολόκληρο χρόνο ζωγραφίζοντας ένα φλιτζάνι, ξέρεις, για να «μπει μέσα» στο φλιτζάνι και να καταλάβει τα πάντα γι' αυτό. Ίσως λοιπόν να περνάω κι εγώ μια τέτοια φάση, μέχρι να βαρεθώ.

Οποιαδήποτε ώρα της ημέρας μπορώ να γράψω ένα «Mr Kite» ή τραγούδια σαν αυτό. Μ' αρέσει η φάνκι μουσική, μ' αρέσει το ροκ, το μπλουζ ή όπως αλλιώς θες να το πεις. Στις «24 ώρες» (σ.σ. το διάσημο τηλεοπτικό μαγκαζίνο του '60) διάβαζαν σαρκαστικά τους στίχους του «Ι Want You (She's So Heavy)», επειδή λέει το ίδιο και το ίδιο, αλλά θεωρώ ότι είναι ένας πολύ καλύτερος στίχος από το «Walrus» ή το «Eleanor Rigby», γιατί είναι μια πρόοδος για μένα. Κι αν μου κάνει κέφι, θα γράφω κομμάτια χωρίς καθόλου στίχους ή με μία και μοναδική λέξη - ίσως αυτή να είναι η επίδραση της Γιόκο πάνω μου. Θυμάμαι στις πρώτες μου συναντήσεις με τον Ντίλαν, που μου έλεγε συνέχεια «άκου τα λόγια, φίλε», κι εγώ του απαντούσα ότι δεν μου καίγεται καρφί για τα λόγια, το μόνο που με ενδιαφέρει είναι ο συνολικός ήχος. Στην πορεία άλλαξα γνώμη κι άρχισα να μεταβάλλομαι συνειδητά σε «άνθρωπο των λέξεων» και να γράφω στίχους «α λα Ντίλαν». Τώρα απελευθερώθηκα ξανά από αυτό το φορτίο και δίνω έμφαση μόνο στον ήχο.

Δηλαδή, στο μέλλον η μουσική σου θα γίνεται όλο και πιο οργανική;

Λ: Δεν ξέρω. Ίσως με μια φωνή σαν της Γιόκο - μ' αυτές τις απίστευτες αυξομειώσεις τόνων. Μ' ενδιαφέρει πολύ αυτό. Καθαρός ήχος. Μου θυμίζει τον παλιό καιρό, που άκουγα τον Little Richard να λέει το «Heartbreak Hotel» και δεν καταλάβαινα ούτε λέξη, αλλά από μόνη της η εμπειρία της ακρόασης έκανε τις τρίχες στο σβέρκο μου να σηκώνονται. Καταλαβαίνεις; Δεν με νοιάζει τι λένε οι στίχοι ή αν υπάρχουν, θα μπορούσαν να είναι ασυναρτησίες, λογοπαίγνια ή «σ' αγαπώ, μ' αγαπάς».

Σαν να λέμε ότι έχει τελειώσει η «μεσαία» περίοδος των Beatles, με τις πολύπλοκες ενορχηστρώσεις...

Λ: (διακόπτει). Εγώ νομίζω ότι και μόνη της μια νότα είναι το ίδιο πολύπλοκη με οτιδήποτε άλλο, αλλά δεν μπορώ να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου εξηγώντας το στους μουσικοκριτικούς που θέλουν σύνθετες αρμονίες, μελωδικές καμπύλες και όλα αυτά τα σκατά. Εγώ είμαι πριμιτίφ, αυτοδίδακτος, δεν με ενδιαφέρουν αυτά. Ήταν βέβαια κολακευτικό να διαβάζω όλες αυτές τις αηδίες που έγραφαν τότε για τους Beatles, αλλά δεν τα πιστεύω. Ο ίδιος ο Paul είχε πει το 1962, στο σπίτι του, ότι κάποτε θα καταλήγαμε να έχουμε ποπ τραγούδια της μιας νότας. Αυτό το πιστεύω. Μπορώ να «την βρω» με τον ήχο του ηλεκτρισμού στο σπίτι ή με το θόρυβο από τα υδραυλικά, αλλά αν βγάζαμε με τη Γιόκο ένα δίσκο με τέτοιους ήχους, τότε θα άρχιζαν να γράφουν «ποιοι νομίζετε ότι είστε» και διάφορες κουλτουριάρικες αηδίες για το τι κάνουν ο Cage και ο Stockhausen...

Δεν νομίζεις ότι πρέπει ως ένα βαθμό να εξηγείς τις προθέσεις σου;

Λ: Γιατί να πρέπει να εξηγώ τι είναι ένας ήχος; Όλοι καθόμαστε στην ακροθαλασσιά και απολαμβάνουμε τον ήχο των κυμάτων, αλλά κανείς μας δεν λέει «ο ήχος της θάλασσας είναι απολαυστικός επειδή μου φέρνει παιδικές αναμνήσεις με τη μητέρα μου και τον πατέρα μου κ.λπ.».

Ο: Ένα γνήσιο συναίσθημα, αυτό είναι ο σκοπός μας. Πολλοί λένε ότι ουρλιάζουμε και άλλα τέτοια, δεν ξέρω, όμως... Είναι κάτι σαν πνευματική κραυγή, όταν οι άνθρωποι φτάνουν σε μια ακραία συναισθηματική κατάσταση, που δεν μπορεί να εκφραστεί με λέξεις. Οι λέξεις είναι ένα είδος τελετουργίας.

Λ: Καταλαβαίνεις τι θέλει να πει; Όταν φτάνεις στην ερωτική κορύφωση, απλώς βογκάς...

(Άλλος δημοσιογράφος): Μας έλεγες πριν ότι είσαι «πρωτόγονος» και ότι απεχθάνεσαι τους κουλτουριάρηδες. Πολλοί όμως πιστεύουν ότι έτσι ακριβώς ξεκίνησαν οι Beatles και ότι με αυτά που κάνετε τώρα με τη Γιόκο, που μπαίνετε σε σακιά ή κάθεστε στο κρεβάτι, έχετε εξελιχθεί οι ίδιοι σε διανοούμενους και τους αποξενώνετε, αφού δεν μπορούν να σας καταλάβουν.

Λ: Τι να καταλάβουν; Το μόνο που κάναμε ήταν να μπούμε σ' ένα τσουβάλι, πάει και τέλειωσε (σ.σ. το '68 ο Τζον και η Γιόκο είχαν την ιδέα να σατιρίσουν τις κοινωνικές και φυλετικές προκαταλήψεις της εποχής «φορώντας» ολόσωμους σάκους και υποστήριζουν ότι με αυτόν τον τρόπο κανείς δεν μπορεί να κρίνει έναν άνθρωπο από την εξωτερική του εμφάνιση, το χρώμα του δέρματος του, τα ρούχα του κ.λπ.). Αν είχαμε μια συναυλία κι εγώ αποφάσιζα να βγω στη σκηνή βαμμένος μπλε, τι το διανοουμενίστικο υπάρχει σ' αυτό; Και να σου πω και κάτι ακόμα; Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα βρίσκουν αφορμές να παραπονιούνται. Μπορεί στον κόσμο να άρεσε π.χ. εγώ να αρχίσω να χορεύω κλακέτες, τι σημαίνει αυτό; Δεν μπορώ μια ζωή να περιμένω τη «λαϊκή ετυμηγορία» ούτε π.χ. μπορούσαμε να κάνουμε δημοψήφισμα για να μας πει το βρετανικό κοινό αν έπρεπε να πάμε στην Αμερική... Εγώ θέλω να κινούμαι, να σπρώχνω τα όρια μου και δεν με νοιάζει αν κάποιοι αναρωτιούνται «πώς τολμάω» ή γιατί αφήνω το οικείο περιβάλλον μου για να δοκιμάζω νέα πράγματα... Δεν έχω το χρόνο να περιμένω ο κόσμος να καταλάβει γιατί άφησα γενειάδα και μετά την ξύρισα, γιατί αποφάσισα να φωτογραφηθώ γυμνός ή να στέκομαι ανάποδα. Αν ο καθένας περίμενε να καταλάβει ο κόσμος καθετί που συμβαίνει, τότε δεν θα συνέβαινε τίποτα... Εγώ δεν είμαι πολιτικός κι έτσι δεν βασίζομαι στην κοινή γνώμη για να μου πει πώς πρέπει να ζήσω τη ζωή μου· αρνούμαι να μπω σ' αυτή τη διαδικασία. Ένας πολιτικός θα σκεφτεί τους ψηφοφόρους του πριν αποφασίσει να εμφανιστεί στη σκηνή του Albert Hall φορώντας ένα ολόσωμο τσουβάλι, αλλά εγώ δεν είμαι πολιτικός και δεν χρωστάω τίποτε σε κανένα, εκτός από αυτά που δημιουργώ και ο καθένας είναι ελεύθερος να τα δεχτεί ή να τα απορρίψει (...)

Ως πού είσαι διατεθειμένος να φτάσεις για την ειρήνη; Αν γινόταν πόλεμος και σε καλούσαν, τι θα έκανες; Θα πολεμούσες ή θα έμπαινες στη φυλακή;

Λ: Ποτέ, σε καμιά περίπτωση, δεν θα πολεμούσα. Θα πήγαινα φυλακή. Μέχρι τα 18 μου υπήρχε επιστράτευση στην Αγγλία και θυμάμαι να ακούω στις ειδήσεις να καλούν τους γεννημένους πριν από το 1940 κι ευχαριστού­σα τον Θεό, γιατί δεν ήμουν σίγουρος τι θα έκανα αν έπρεπε να πάω στη Νότια Ιρλανδία (σ.σ. ο παππούς και η γιαγιά του Λένον ήταν ιρλανδικής καταγωγής). Οι χίπηδες και οι ανυπότακτοι δεν ήταν και πολύ δημοφιλείς, ξέρεις... Δεν ξέρω τι θα έκανα, πάντως, ποτέ δεν είχα την πρόθεση να πάω να πολεμήσω. Ποτέ δεν θα μπορούσα να επιτεθώ για να σκοτώσω έναν άλλον άνθρωπο. Δεν ξέρω καν αν θα μπορούσα να σκοτώσω κάποιον που προσπαθεί να με δολοφονήσει σ' αυτό το δωμάτιο... Και βέβαια, αυτό που λέω δεν συγκρίνεται με μια χώρα που προσπαθεί να «σκοτώσει» μιαν άλλη χώρα, γιατί αυτά είναι μεγάλα πολιτικά παιχνίδια, καμία σχέση με κάποιον που μπαίνει στο σπίτι σου και προσπαθεί να σου κάνει κακό. Και ο μόνος τρόπος για να μην ξυπνήσουμε μια μέρα και μάθουμε ότι η Αγγλία είναι σε πόλεμο με την Αμερική ή με όποιον άλλο πολεμήσει αύριο, είναι όλοι εμείς, που μας απασχολεί το θέμα, να συνεχίσουμε να τραγουδάμε και να διαμαρτυρόμαστε και να κάνουμε ό,τι άλλο περνάει από το χέρι μας. Διαφορετικά θα συμβεί, θα ξυπνήσουμε και θα μας πουν ότι πρέπει να πάμε να πολεμήσουμε για να σώσουμε μπλα, μπλα, μπλα... Όλοι μας ρωτούν το ίδιο πράγμα - «τι θα κάνατε αν ένας πόλεμος ξεσπούσε αύριο;». Αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ με αυτούς τους όρους. Η Βρετανία αυτή τη στιγμή δεν βρίσκεται σε πόλεμο και ο μόνος τρόπος για να μη βρεθεί στο μέλλον είναι εμείς να τον προλάβουμε και να αλλάξουμε τον τρόπο που η σημερινή γενιά σκέφτεται για τον πόλεμο· να της δώσουμε να καταλάβει ότι δεν είναι αναπόφευκτος, ότι είναι ένα μεγάλο παιχνίδι για τα λεφτά και τίποτα περισσότερο. Ο πόλεμος δεν έχει να κάνει με τη «σωτηρία μας από τον κομμουνισμό» ή με όποια άλλη ετικέτα θέλουν να του βάζουν.

Αισθάνεσαι ποτέ ότι... (σ.σ. η συνέχεια δεν ακούγεται, αλλά από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι ο Λένον ερωτάται για τους επαναστάτες που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο ακόμη και με βίαια μέσα).

Λ: Προσωπικά θα θεωρούσα καλή κίνηση να προσπαθούσαμε να τους αλλάξουμε γνώμη, να τους πείσουμε να αφιερώσουν όλες τις δημιουργικές δυνάμεις τους στην ειρηνική επανάσταση και την «παρείσφρηση» στο σύστημα, γιατί το παιχνίδι απαιτεί χειρισμούς πολύ πιο λεπτούς απ' ό,τι νομίζουν. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πως οι επαναστάτες είναι ως επί το πλείστον άνθρωποι με υψηλή μόρφωση, της μεσαίας τάξης και παρ' όλα αυτά έχουν την ψευδαίσθηση ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν με οδομαχίες. Είναι δυνατόν να είναι τόσο ανυποψίαστοι; Τι μπορεί να κάνει ένας μαχητής των δρόμων για να αλλάξει την κατάσταση με τα πετρέλαια στην Μπιάφρα; Πώς μπορείς να αντιμετωπίσεις τα μεγάλα συμφέροντα; Το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να πλήξεις τις μετοχές ή τη δημόσια εικόνα τους.

Άρα υποστηρίζεις την επανάσταση «εκ των έσω».

Λ: Νομίζω ότι είναι ο μόνος τρόπος. Το έχω πει ένα εκατομμύριο φορές, πως το μόνο που προκύπτει από τις βίαιες επαναστάσεις είναι ότι κάποιοι τις μιμούνται και κάποιοι βρίσκουν την ευκαιρία να δημιουργήσουν ένα νέο status quo. Ρωσία, Γαλλία, Αγγλία... Όλοι είχαμε τις επαναστάσεις μας και τα συνθήματα μας και τι απέμεινε; Τίποτα δεν αλλάζει επειδή ο τρόπος σκέψης του κόσμου δεν αλλάζει. Ο μόνος λόγος που οι Ρώσοι γραφειοκράτες μάς μοιάζουν λιγότερο cool από τους Δυτικούς πολιτικούς είναι ότι μάλλον είναι λιγότερο cool: είναι οι εργάτες και παίρνουν τον έλεγχο στα χέρια τους και η γραφειοκρατία μεγαλώνει και η «κόκκινη ταινία» (σ.σ. της λογοκρισίας) γίνεται όλο και πιο κόκκινη... Αν κάποιος μου έδινε έστω κι ένα παράδειγμα βίαιης επανάστασης που πέτυχε, θα μπορούσα κάλλιστα να δεχθώ την άποψη του, να πω «αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε, ας φέρουμε τα πάνω κάτω!». Αλλά δεν υπάρχει τέτοιο παράδειγμα. Η Κούβα είναι η πιο πρόσφατη, αλλά πότε συνέβη; Ούτε πέντε χρόνια δεν έχει ουσιαστικά μιλάμε για μηδέν χρόνο. Ας περιμένουμε να περάσουν άλλα πενήντα χρόνια, και τότε θα καταλάβουμε πώς λειτουργεί ο μηχανισμός. Οι άνθρωποι πάντοτε σκέφτονται σ' έναν ορίζοντα 20 ή 30 ετών, αλλά εγώ προσπαθώ να βλέπω εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια μετά. Ο μόνος τρόπος για να εξασφαλίσουμε μια ειρήνη που θα αντέξει στο χρόνο είναι να αλλάξουμε τον τρόπο σκέψη ς μας.

Αυτό είναι το πιο δύσκολο...

Λ: Συμφωνώ, αλλά... Η κυβέρνηση μπορεί να το καταφέρει με την προπαγάνδα, η Coca-Cola μπορεί να το καταφέρει με την προπαγάνδα, το ίδιο και οι επιχειρηματίες. Γιατί να μην μπορέσουμε κι εμείς; Εμείς είμαστε η «ψυλλιασμένη» γενιά, στο κάτω κάτω...

Πόσο επιτυχημένες είναι πρωτοβουλίες σας, όπως τα «κρεβατώματα» για την ειρήνη; Έχεις ενδείξεις ότι το μήνυμα σας περνάει στον κόσμο;

Λ: Ναι. Αυτή τη στιγμή κυκλοφορούν εκατομμύρια φωτογραφίες και άρθρα και παρ' όλο που στο 50% τα λόγια μας έχουν αλλοιωθεί, η κεντρική ιδέα περνάει. Γι' αυτό, όποτε δεχόμαστε κάποιον δημοσιογράφο, φροντίζουμε να φαίνεται κάπου η λέξη «Ειρήνη» - πώς το λένε στη διαφήμιση; Υποσυνείδητο μήνυμα; Έτσι, ακόμα κι αν ο λόγος μας διαστρεβλώνεται και μας παρουσία ζουν απαξιωτικά, σαν δύο μακρυμάλληδες γκουρού με γυναικεία ρούχα, έχει παραχθεί τεράστιος όγκος προπαγάνδας από τα δύο χάπενινγκ στο κρεβάτι - ιδίως από εκείνο στο Μόντρεαλ. Ο μόνος τρόπος που έχουμε για να μετρήσουμε την απήχηση τους είναι όταν μας στέλνουν επιστολές ή αποκόμματα από εφημερίδες όπως η «Ohio Express». Κι αυτό, τελικά, είναι το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε: η κυκλοφορία. Τα παιδιά που με βλέπουν κάνουν αυτό (σ.σ. σχηματίζει με τα δάχτυλα του το σήμα της ειρήνης). Έχει γίνει της μόδας, όπου κι αν πηγαίνουμε... Ακόμη κι αν κάποιος είναι θαυμαστής και το κάνει για να με ευχαριστήσει, δεν πειράζει, επειδή στο βάθος του μυαλού του σκέφτεται ότι αυτό είναι το σήμα της ειρήνης και ότι ο Τζον θέλει την ειρήνη... Πιστεύω στη δύναμη της επωδού, του «mantra» και με ευχαριστεί το γεγονός ότι όπως κάποτε τραγουδούσαμε «yeah, yeah, yeah», τώρα τραγουδάμε «ειρήνη, ειρήνη, ειρήνη» (...)

Ο: Πολλοί λένε, «γιατί κάθεστε σ' ένα κρεβάτι και δεν βγαίνετε έξω για να δώσετε τα χέρια στον κόσμο;». Η επικοινωνία, όμως, δεν είναι μόνο χειραψίες. Αυτοί οι σκεπτόμενοι άνθρωποι, λοιπόν, θα ήθελαν να μας βλέπουν σε φωτογραφίες όπως τη βασίλισσα ή τον Ρίτσαρντ Νίξον, να σφίγγουμε τα χέρια λίγων ανθρώπων που συναντάμε και να μη συμβαίνει τίποτε, εκτός από το να μοιράζουμε αυτόγραφα; Υπάρχουν έξυπνοι, σκεπτόμενοι άνθρωποι που μας ρωτούν: «Γιατί επιλέγετε πολυτελή ξενοδοχεία και δεν βγάζετε το κρεβάτι σας στο δρόμο;» Τους απαντώ, λοιπόν, ότι δεν είναι πρακτικό κι ότι μπορείς να καταφέρεις πολύ λιγότερα πράγματα δίνοντας χειραψίες σε μια γωνία. Πρέπει να δουν το θέμα από τη δική μας οπτική γωνία, όχι μόνο από τη δική τους. Για να στήναμε τη διαμαρτυρία μας στο Hyde Park, θα έπρεπε να φοράμε αλεξίσφαιρες στολές για να μας προστατεύουν. Αυτό που γίνεται εδώ τώρα είναι επικοινωνία για μένα· το γεγονός ότι σού μιλάμε κι ότι περνάμε μέρες ολόκληρες μιλώντας σε δημοσιογράφους ή απλά το ότι μένουμε οι δυο μας στο δωμάτιο, ίσως μια μέρα την εβδομάδα, κι αυτό είναι που μας αναζωογονεί και μας δίνει ενέργεια να συνεχίσουμε την εκστρατεία την επόμενη εβδομάδα.

Τζον, έχεις αλλάξει πολύ τελευταία. Τον καιρό που ηχογραφούσατε το «Sgt. Pepper's.....ήσουν άλλος άνθρωπος...

Λ: Ναι, σίγουρα. Τώρα αισθάνομαι περισσότερο «ο εαυτός μου» γιατί έχω τη σιγουριά της Γιόκο· είναι σαν να 'χω ξαναβρεί τη μητέρα μου. Αισθάνομαι τέτοια ασφάλεια στη σχέση μου μαζί της, που έχω την πολυτέλεια να χαλαρώνω. Πριν δεν χαλάρωνα ποτέ, ήμουν συνέχεια σφιγμένος και κυνικός. Ο Τζον που βλέπεις σήμερα υπήρχε και παλιά μέσα μου, αλλά ο μόνος τρόπος να βγει στην επιφάνεια ήταν μέσα από τη συντροφικότητα ενός ανθρώπου που με ξέρει τόσο καλά... Ακόμα υπάρχουν φορές που «κουμπώνομαι», αλλά πολύ λιγότερο, γιατί δεν έχω τίποτε να κρύψω: ο φόβος μου, η παράνοια μου, η ευτυχία μου, τα προβλήματα μου, δεν διαφέρουν σε τίποτα από αυτά των υπολοίπων ανθρώπων. Ξέρω, λοιπόν, ότι δεν είναι ένα βάρος που σηκώνω μόνος μου. Ο καλλιτέχνης που είχες γνωρίσει την εποχή του «Pepper» βασανιζόταν από το φόβο ότι αυτά που γράφει δεν είναι αρκετά καλά· ακόμη περνάω τέτοιες φάσεις, αλλά τουλάχιστον ξέρω, ακόμη κι όταν φτάνω στον πάτο της δυστυχίας, ότι έχω τη Γιόκο δίπλα μου κι ότι περνάμε μαζί την ίδια δυσκολία. Κι αυτό με βοηθάει.



27/11/2005

Περιοδικό "Κ" της Καθημερινής

Miles / Planet Syndication

Απόδοση - επιμέλεια: Γιώργος Τσίρος
 
Λίστα όλων των άρθρων