Τζον Γουίνστον Λένον

Το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο νου όταν ακούω το όνομα του Τζον Λένον είναι μια ισχνή, εξαϋλωμένη σχεδόν, μορφή, κάτι σαν τον Γκάντι στο πιο χίπικο, ένας ποιητής που έγραψε τραγούδια που συνόδευσαν κάθε έκφανση της ζωής της γενιάς του. Και όχι μόνον αυτής. Όταν οι παλάμες χτυπάνε ρυθμικά κι όλα τα στόματα, σαν ένα στόμα, τραγουδούν «Give peace a chance», μπορεί να βρισκόμαστε σε μια πορεία εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ το 1971, μπορεί και σε μιαν άλλη, 30 χρόνια αργότερα, αυτή τη φορά κατά του πολέμου στο Ιράκ. Κι όταν αγκαλιάζεις το κορίτσι σου μπορεί και να σκεφτείς πως «κάθε άντρας έχει μια γυναίκα που τον αγαπά, στη βροχή και στη λιακάδα, στη ζωή και στο θάνατο». Θα πείτε πως είμαι ονειροπόλος αφού σκέφτομαι έτσι, δεν είμαι όμως ο μόνος κι αυτήν ακριβώς τη στιγμή θα αρχίσω να ψάχνω τη ζωή εκείνου του ανθρώπου που υπήρξε ποιητής και προφήτης, επαναστάτης και μέγας συνθέτης και, πάνω απ' όλα, σύμβολο μιας εποχής που δεν έχει ακόμα τελειώσει.

Υψηλή μυωπία, υψηλότερη ευφυία

Ο Τζον Γουίνστον Λένον ήταν ένα από τα «παιδιά του πολέμου». Γεννήθηκε στο Λίβερπουλ στις 10 Οκτωβρίου του 1940. Εργατούπολη ο τόπος, μεγάλο λιμάνι, καθημερινά στο στόχαστρο των γερμανικών βομβαρδιστικών εκείνη την εποχή. Όπως και οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης, ο Τζον ήταν μισός Ιρλανδός και μισός Ουαλλός. Ο Αλφρεντ, ο πατέρας του, εγκατέλειψε την οικογένεια του όταν ο μικρός ήταν 5 χρόνων και η Τζούλια, η μητέρα του, τον έδωσε στην αδερφή της να τον μεγαλώσει. Η θεία Μίμι κι ο θείος Τζορτζ, ο σύζυγος της, αγαπούσαν τον πιτσιρίκο ο οποίος συχνά συναντούσε τη μητέρα του. Εκείνη του έμαθε μάλιστα να αγαπάει τη μουσική και να παίζει μπάντζο, σκοτώθηκε όμως όταν ο Τζον έγινε 17 χρόνων, σε αυτοκινητικό. Υπαίτιος, ένας μεθυσμένος αστυνομικός. Ο Τζον, που ήταν κακός μαθητής, μπήκε σε ένα κολέγιο Καλών Τεχνών, ερωτεύθηκε και παράτησε τις σπουδές για να γίνει μουσικός. Έπειτα από μερικές απόπειρες με ένα συγκρότημα, γνώρισε ένα συνομήλικο του μουσικό και ανακάλυψε πως είχαν πολλά να μοιραστούν. Ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ είχε χάσει τη μητέρα του στα 14. Ο πόνος της απώλειας τους ένωνε και η αγάπη για το ροκ εν ρολ τους απογείωνε!

Έτσι γεννήθηκαν οι Beatles, το «φαινόμενο» που άλλαξε πολύ περισσότερα πράγματα στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο απ' όσα μπορείτε να φανταστείτε.

Ξεκίνησαν αρχικά σαν ένα ροκ εν ρολ συγκρότημα και γρήγορα ξεχώρισαν απ' το σωρό για τον εξής απλό λόγο: ανέδειξαν την ομορφιά που κρύβεται σε δυο-τρεις συγχορδίες. Γκρέμισαν μια και καλή το τείχος που χώριζε την υψηλή μουσική από τη λαϊκή (ποπ). Μίλησαν για κορίτσια, έρωτες, απογοητεύσεις, μίλησαν για τα νιάτα και τη χαρά. Τα τραγούδια του Μακ Κάρτνεϊ έχουν ένα ρεφρέν που σου κολλάει αμέσως στο μυαλό, τα τραγούδια του Λένον είναι προϊόν ενδοσκόπησης -γράφει κατά κανόνα στίχους σε πρώτο ενικό πρόσωπο. Η κοινή παραγωγή τους είναι το κάτι άλλο, σαν να ταυτίζονται οι δύο όψεις ενός νομίσματος. Οι Beatles έκαναν τη νεανική μουσική στυλ ζωής: και ντύσιμο και συμπεριφορά και πολιτική. Η γενιά του «baby-boom» ήταν πολυπληθής, ανακάλυπτε τη δική της ταυτότητα και το δίδυμο Λένον - Μακ Κάρτνεϊ ήταν οι πρώτοι που την εξέφρασαν με τόσο άμεσο και θαρραλέο τρόπο. Ο Λένον πάντα ντρεπόταν για την υψηλή του μυωπία. Στα πρώτα βήματα των Beatles φορούσε φακούς επαφής. Κάποια στιγμή έβαλε ένα ζευγάρι από τα ματογυάλια με τον φτηνό στρογγυλό σκελετό που χορηγούσε το βρετανικό ΙΚΑ στους ασφαλισμένους. Την επόμενη μέρα, χιλιάδες νέοι φόρεσαν τα ίδια γυαλιά, είχαν δεν είχαν πρόβλημα με τα μάτια τους. Η «μπιτλομανία» έκανε τους Beatles κάτι παραπάνω από δημόσια πρόσωπα παγκόσμιας εμβέλειας. Τους έκανε... θεούς.

Το αβάσταχτο βάρος της φήμης

Ο Λένον είχε καταλάβει πως μπορούσε με μια του λέξη να γίνει πρωτοσέλιδο και να ταρακουνήσει τον κόσμο. Το 1966 δήλωσε στην «Ιβνινγκ Στάνταρ»: «Δεν γνωρίζω τι προηγείται πλέον: το ροκ ή ο χριστιανισμός. Τώρα είμαστε πιο δημοφιλείς κι απ' τον Χριστό». Μόλις ένα νεανικό περιοδικό έκανε τη δήλωση εξώφυλλο, ένας πραγματικός πόλεμος ξέσπασε. Παραχριστιανικές οργανώσεις στις ΗΠΑ έκαψαν τους δίσκους τους, το Βατικανό διαμαρτυρήθηκε επισήμως, οι αμερικανικοί σταθμοί τους έβαλαν στη μαύρη λίστα. Οι τέσσερις από το Λίβερπουλ είχαν κουραστεί από την υστερία των οπαδών τους, το βάρος της φήμης τους, τα προσωπικά τους προβλήματα και την ολοένα πιο ριζοσπαστική στροφή του Λένον που ξένιζε τον πιο συντηρητικό Μακ Κάρτνεϊ. Ο Λένον, παντρεμένος από το 1962 με τη συμφοιτήτριά του Σίνθια Πάουελ κι ένα γιο, τον Τζούλιαν, που δεν τον έβλεπε ποτέ, παρακολουθούσε την οικογένεια του να διαλύεται. Και ήταν τόσο καταπονημένος, που δεν τον ένοιαζε ούτε αυτό... Το 1966 το συγκρότημα αποφάσισε να σταματήσει τις συναυλίες. Κι ο Τζον γνώρισε τη Γιαπωνέζα εικαστικό Γιόκο Ονο όταν επισκέφθηκε την έκθεση της στην γκαλερί «Ιντικα» του Λονδίνου. Μετά η μπάντα πήγε στην Ινδία για διαλογισμό, ναρκωτικά και αναζήτηση της γνώσης με τη βοήθεια ενός γνωστού γκουρού. Και γύρισαν, δύο χρόνια αργότερα, απογοητευμένοι που ο δάσκαλος τους την έπεφτε στις φιλενάδες τους, για τον πόλεμο που μαινόταν στην Ινδοκίνα, με το σώμα και το μυαλό τους άρρωστα. Ο Λένον χώρισε και τα έφτιαξε με την Ονο. Από αυτό το σημείο, οι δεσμοί μεταξύ των τεσσάρων «σκαθαριών» έσπασαν.

Μέγαιρα, δασκάλα, ερωμένη

Η Γιόκο Ονο έγινε αμέσως η «κακιά», η αιτία της διάλυσης του συγκροτήματος (που ολοκληρώθηκε το 1970). Στην πραγματικότητα, ήταν ο θάνατος του μάνατζερ τους Μπράιαν Επστάιν (το 1967) που έκανε το ηφαίστειο να εκραγεί. Γιατί ο Επστάιν ήταν ο άνθρωπος που κάλμαρε τα νεύρα «των αγοριών», ισοστάθμιζε τις εγωπάθειες και διαχειριζόταν τα κέρδη. Η «περίοδος των ναρκωτικών» που ακολούθησε και η αποτυχία της «Απλ», της εταιρείας που δημιούργησαν, απλώς επέσπευσαν το τέλος.

Ο Λένον (όπως και ο Μακ Κάρτνεϊ) πάντα βασανιζόταν από την απώλεια της μητέρας του. Γι' αυτήν έγραψε τα τραγούδια «Julia», «Mother» και «My Mother's Dead», βάφτισε δε τον γιο του Τζούλιαν προς τιμήν της. Στη Γιόκο βρήκε κάτι παραπάνω από μια ερωμένη. Βρήκε το στήριγμα και τη δασκάλα. Η πολιτικοποιημένη Γιόκο θα κουβαλήσει τον Τζον από αντιπολεμική διαδήλωση σε καθιστική διαμαρτυρία και θα του δώσει μερικές ιδέες που έρχονται κατευθείαν από τη λογική της αβάν γκαρντ: μετά το γάμο τους (το 1969) λανσάρουν μια μορφή διαμαρτυρίας που ονομάζουν «bed-in», διαμαρτυρία από το κρεβάτι. Σε ένα τέτοιο «bed-in» ηχογραφούν το «Give peace a chance», που έγινε ο ύμνος του ειρηνιστικού κινήματος. Για να σατιρίσουν τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα εισηγούνται την πρακτική του «σακισμού» (bagism): αν φοράς ένα σάκο απ' την κορφή ως τα νύχια οι άλλοι δεν θα διακρίνουν το φύλο, το χρώμα του δέρματος σου, την ηλικία ή το μήκος των μαλλιών σου. Θα επικεντρωθούν έτσι στο λόγο σου! Τα ΜΜΕ χαρακτηρίζουν τις μεθόδους του ζεύγους εκκεντρικές αλλά τις προβάλλουν!

«Μάλλον θα με φάει κάποιος ψυχάκιας...»

Όταν το 1971 μετακομίζουν στη Νέα Υόρκη, ο Τζον κι η Γιόκο είναι εμβληματικές μορφές. Οι «γίπις» τους θέλουν στις εκδηλώσεις τους, οι Μαύροι Πάνθηρες τους έχουν από κοντά, η αμερικανική κυβέρνηση δεν δίνει στον Τζον πράσινη κάρτα και το FBI τον παρακολουθεί. Οι Βρετανοί υποψιάζονται πως χρηματοδοτεί τον IRA κι εκείνος πληρώνει τα έξοδα για τις κηδείες των νεκρών της «Ματωμένης Κυριακής» του 1972. Παράλληλα, είναι εθισμένος στην ηρωίνη, κάνει ψυχοθεραπεία και για να ξεκόψει το ρίχνει στο αλκοόλ. Όμως έως το 1975 θα γράψει μερικά από τα πιο συνταρακτικά πολιτικά τραγούδια: «Power to the people», «Working class hero», «I don't want to be a soldier», «Imagine». Η σιωπή δε της περιόδου 1975-80, δεν είχε να κάνει μόνο με τη γέννηση του δεύτερου γιου του, του Σον. Συμβάδισε με την ύφεση του «κινήματος» που ακολούθησε το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ. Ναι, ο Λένον ήταν ένας πολιτικός καλλιτέχνης, ένας άνθρωπος που νοιαζόταν για τον κόσμο κι ας τον ειρωνεύονταν που πήγαινε στις συγκεντρώσεις με τη λιμουζίνα του.

Όταν το 1980 ο Λένον αποφάσισε να επανέλθει στο προσκήνιο και οργάνωνε μια μεγάλη περιοδεία, υπήρχε πολύς κόσμος που περίμενε ένα φως να διαλύσει τη ζοφερή πενταετία που ακολούθησε το τέλος του «κινήματος». Δυστυχώς, ένας παρανοϊκός έκοψε, στις 8 Δεκεμβρίου του 1980, το νήμα της ζωής του μεγάλου καλλιτέχνη. Ο Τζον Γουίνστον Λένον έμεινε στην Ιστορία ως ο πιο διαπρεπής συνθέτης του 20ού αιώνα, ποιητής, ακτιβιστής, ηθοποιός, συγγραφέας και τώρα που το σκέφτομαι και... προφήτης. Όταν στη δεκαετία του '60 τον είχαν ρωτήσει πώς πιστεύει ότι θα πεθάνει, είχε απαντήσει: «Μάλλον θα με φάει κάποιος ψυχάκιας». Είχε συνειδητοποιήσει πως στους μοντέρνους καιρούς η αποστολή του καλλιτέχνη έγκειται στο να παραμένει δημόσιο πρόσωπο και μάλιστα μεγάλου ειδικού βάρους. Και να χρησιμοποιεί το βάρος του αυτό για το καλό...


27/11/2005

Περιοδικό "Κ" της Καθημερινής

Γιάννης Κολοβός
 
Λίστα όλων των άρθρων