Αυτή τη φορά ήθελα να πάω ακόμη πιο μακριά...

Ενα κελτικό ποίημα, μερικά σκωτικά μενίρ και τα «μικρά τσαμπιά σταφύλι» πάνω σε μια παρτιτούρα άφησαν τον πρώην Μπιτλ με ένα καινούργιο, δημιουργικό εννοείται, hangover.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ενός ζωντανού θρύλου: κανένας δεν ξεχνάει ποτέ ποιος είσαι, είτε προσπαθείς να του το θυμίζεις είτε όχι. Πού μπορεί όμως να στοχεύει κάποιος μετά τα πενήντα, όταν στα είκοσί του έγραψε μερικά από τα δημοφιλέστερα ποπ τραγούδια του αιώνα;

Ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ - ή μάλλον ο σερ Πολ Μακ Κάρτνεϊ - όχι μόνο δεν επαναπαύεται στις δάφνες του, αλλά αδιάκοπα αναζητεί νέες δημιουργικές διεξόδους. Γιατί δεν είναι λίγο να κάνεις μια καινούργια αρχή στα 40 και μια δεύτερη στα 50: δοκιμάζεις από ζωγραφική και ποίηση ως ιστιοπλοΐα και ιππασία, γράφεις ένα ορατόριο για το Λίβερπουλ (Liverpool Oratorio) και ένα σόλο άλμπουμ («Flaming Pie») και γενικά δεν σταματάς να γράφεις, μήπως μια μέρα ξυπνήσεις και ανακαλύψεις ότι σε ξέχασε η Ιστορία.

Το «Standing Stone», η πιο πρόσφατη και πιο φιλόδοξη ως τώρα προσπάθεια του πρώην Μπιτλ, αναμένεται πράγματι να αφήσει ιστορία. Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν η ΕΜΙ ζήτησε από τον Μακ Κάρτνεϊ να συνθέσει κάτι εν όψει της εκατοστής επετείου της (δηλ. του 1997), εκείνος δέχθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Σιγά σιγά όμως άρχισε να συνειδητοποιεί το τρομακτικό μέγεθος της πρόκλησης.

Αφού ξεπέρασε το πρώτο στάδιο (αυτό της «λευκής σελίδας»), το επόμενο βήμα ήταν... ένα ποίημα. Ενα επικό ποίημα. Ενα κελτικό ποίημα. Η έμπνευση προήλθε από τις σκωτικές ρίζες του και συγκεκριμένα από τα σκωτικά μενίρ, αυτές τις «αγέρωχες» πέτρες με τη μυστηριώδη προέλευση.

Η διαχρονικότητα της πέτρας συνδέθηκε τόσο με την αλύγιστη παρουσία του ίδιου του καλλιτέχνη όσο και με την καρτερική αναμέτρηση του ανθρώπου με τις αντιξοότητες της εποχής. Το έργο ήταν τεράστιο και η κατάλληλη φόρμα έπρεπε να αναζητηθεί: ένα ποίημα, μια συμφωνία, ένα συμφωνικό ποίημα. «Αυτή τη φορά ήθελα να πάω ακόμη πιο μακριά (από το Liverpool Oratorio), ήθελα να καταγράψω με τον τρόπο μου... το τέλος του 20ού αιώνα...

Το κομμάτι μάλιστα που αφηγείται ένα θαλάσσιο ταξίδι αποδίδεται με μια μορφή κελτικής τζαζ - τελικά η κεντρική φιγούρα, ο "μέσος άνθρωπος", χάνει τον έλεγχο και κινδυνεύει να πνιγεί».



Αυτή η ανάγκη καταγραφής ενός αποπροσανατολισμού κοσμικών διαστάσεων οδήγησε τον Μακ Κάρτνεϊ στον άγνωστο για εκείνον χώρο της ατονικής μουσικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραμερίστηκε κάθε δυνατότητα μελωδικότητας: από τον καιρό του «Sergeant Pepper'ς», όταν ο Μακ Κάρτνεϊ και ο Λένον προσπάθησαν πρώτη φορά να συνδυάσουν το πειραματικό με το μελωδικό (βλ. «Α Day in the Life»), το επιζών Σκαθάρι δεν σταμάτησε να αναζητεί νέα μουσικά καλούπια.

Το έγχορδο κουαρτέτο που μετατρέπεται σε συμφωνική ορχήστρα, η συμφωνική ορχήστρα (του Λονδίνου, στη συγκεκριμένη περίπτωση) που παίρνει με τη σειρά της οποιαδήποτε μορφή επιθυμεί κάποιος, όλα αυτά απέκτησαν πρωτόγνωρες διαστάσεις στα χέρια του πολυμήχανου μουσικού. Και επειδή ως επί το πλείστον τα χωράφια αυτά θεωρούνται ξένα, τα μαχαίρια δεν θα αργήσουν να βγουν: πάντα υπάρχουν κάποιοι που αντιδρούν στις «εισβολές» των ποπ καλλιτεχνών στις υψηλές σφαίρες της «σοβαρής» μουσικής.

Ομως ο Μακ Κάρτνεϊ δεν πτοείται. Θεωρεί ότι έχει κερδίσει με την αξία του το δικαίωμα εισόδου σε αυτόν τον ανεξερεύνητο - από τον ίδιο - μουσικό κόσμο. Το αν θα κερδίσει και το δικαίωμα παραμονής, είναι μια άλλη υπόθεση.

Η όλη διαδικασία παραγωγής του «Standing Stone» βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ποια η σχέση ενός Σκαθαριού με τα μυστήρια της σύγχρονης τεχνολογίας; Στην αρχή συνέβαιναν διάφορα «μικροατυχήματα»: ο υπολογιστής κρατούσε τις νότες που ο καλλιτέχνης προσπαθούσε να σβήσει, και τελικά προέκυπταν κάτι πυκνοί, κρατσανιστοί ήχοι (οι ονομαζόμενες «τονικές συγχορδίες», όπως έμαθε αργότερα). Σιγά σιγά ερωτεύτηκε αυτά τα «μικρά τσαμπιά σταφύλι» που διαμορφώνονταν πάνω στις παρτιτούρες.

Η αίσθηση ελευθερίας ήταν μεθυστική: «Εμοιαζε κάπως με τη ζωγραφική, όταν πετυχαίνεις αναπάντεχα ένα χρώμα που δεν είχες στο νου σου και σε συναρπάζει», όπως περιγράφει ο ίδιος. Τελικά, από αυτά τα πρώιμα πειράματα προέκυψε το σημείο αφετηρίας για όλο το έργο, μια σύνθεση για τέσσερα έγχορδα. Οχι τυχαία, το ονόμασε «Μέθη».
Οι πειραματισμοί με τον υπολογιστή συνεχίστηκαν ώσπου ο Μακ Κάρτνεϊ αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει τη βοήθεια ειδικών.

Ετσι επιστρατεύΘηκαν οι συνθέτες David Matthews και Richard Rodney Bennett και ο σαξοφωνίστας και συνθέτης John Harle. Ο τελευταίος ανέλαβε καθήκοντα «μηχανικού», δηλαδή σύμβουλος του καλλιτέχνη σε θέματα κατανομής και αξιοποίησης του υλικού του. Ο Μακ Κάρτνεϊ ενθουσιαζόταν όλο και περισσότερο με την εξέλιξη της διαδικασίας. Θυμάται ότι η αρχική εικόνα ήταν μια πύρινη μπάλα που διέσχιζε ιλιγγιωδώς το διάστημα με προορισμό ένα συγκεκριμένο σημείο: «...

Εχουμε λοιπόν αυτό το κενό και αυτή την μπάλα και δεν ξέρουμε τίποτε - ούτε καν τι θα πει φωτιά. Χρειαζόμουν να βρω τον ανάλογο ήχο γι' αυτό. Κάτι πρωτόγονο... (βγάζει έναν "πρωτόγονο" ήχο)... Στη συνέχεια έρχεται η βροχή - pizzicato - και σβήνει τη φωτιά. Δημιουργείται τότε μια "χημική σούπα" και έτσι αρχίζει η ζωή. Μια στιγμή κάθαρσης, μια λίμνη από γλυκούς ήχους».

Το αλληγορικό αυτό ποίημα μάς ταξιδεύει από τη γένεση του Σύμπαντος ως σήμερα. Τα τελευταία πέντε λεπτά του «Standing Stone» είναι ένα ερωτικό τραγούδι, γνήσιο παιδί του Σκαθαριού. Ακούμε σόλο φλογέρα να ξεχύνεται στους χερσότοπους - ο ήχος κλιμακώνεται σταδιακά ώσπου ξάφνου, λίγο πριν από το τέλος, το a cappella χορωδιακό ανακαλύπτει τη δύναμη του λόγου: διακόσιες φωνές τραγουδούν ενωμένες «Θα μείνω στο πλάι σου» («I'll stay with you»).

Ο Μακ Κάρτνεϊ είναι περήφανος γι' αυτό το κλείσιμο. Στην αρχή σκεφτόταν κάτι πιο πολύπλοκο και πομπώδες, όμως τελικά επικράτησε η «ταπεινή» εκδοχή.
Το «Standing Stone» κυκλοφορεί στην ολοκληρωμένη του μορφή από την ΕΜΙ. Η παγκόσμια πρεμιέρα θα γίνει την Τρίτη στο Royal Albert Hall.
Αυτή την φορά ήθελα να πάω ακόμη πιο μακριά...

12/10/1997

Το ΒΗΜΑ
 
Λίστα όλων των άρθρων