Μια δικτυακή συνομιλία με τον Σερ Πολ Μακ Κάρτνεϊ και ένα σκάνδαλο με τον δίσκο της γυναίκας του ο οποίος κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό της

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΑΝΑΚΑΣ

Έξαλλος ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ καταγγέλλει δημοσίως μεγάλους ραδιοφωνικούς σταθμούς της συντηρητικής Βρετανίας ότι εν έτει 1999 ασκούν λογοκρισία σε τραγούδια. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι εξαιτίας μιας «κακιάς λέξης» σαμποτάρεται ένα από τα τραγούδια της εκλιπούσης Λίντας Μακ Κάρτνεϊ από το άλμπουμ της Wide Prairie

«Μα καλά, σε ποια δεκαετία ζούμε; Του '90 ή του '20;» αναρωτήθηκε καυστικά ο Πολ, έκπληκτος και αγανακτισμένος που το σινγκλ από το μεταθανάτιο άλμπουμ της συζύγου του Λίντας Μακ Κάρτνεϊ κυκλοφόρησε με το γνωστό προειδοποιητικό αυτοκόλλητο που ενημερώνει τους γονείς για το «ακατάλληλο» των στίχων που θα φτάσουν στα αφτιά των παιδιών τους. Εύλογη η έκπληξη, αλλά και η αγανάκτησή του, αν σκεφτεί κανείς τις αρνητικές συνέπειες στη διανομή και προώθηση ενός δίσκου που από τη φύση του κινείται σε «οικογενειακό» κλίμα. Ο Πολ, όπως αναμενόταν, προέβη σε δριμεία δημόσια ανακοίνωση, στην οποία καταφέρθηκε εναντίων ραδιοφωνικών σταθμών και παραγωγών που σε παραληρηματική κρίση πουριτανισμού «έκοψαν» από τα ραδιοκύματα τη φωνή της Λίντας, σαμποτάροντας το σινγκλ «The Light Comes From Within». Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι «δήθεν τους έθιξε» μια πασίγνωστη λαϊκή λέξη αγανάκτησης που είναι ήδη διεθνούς ρεπερτορίου και που περιέχεται στους εξής στίχους: «You say I'm simple, you say I'm a hick, you're fucking no one...». Στην πραγματικότητα, αν πραγματικά ο Μακ Κάρτνεϊ έχει δίκιο στους ισχυρισμούς του περί λογοκρισίας, οι επίμαχες λέξεις είναι δύο τον αριθμό, αφού η ρήμα ολοκληρώνεται ως εξής: «... you stupid dick». Ο πόλεμος των δηλώσεων και αντιδηλώσεων άναψε, ώσπου η πρώην καλτ περσόνα και νυν δημοφιλέστατος dj του BBC Τζον Πιλ έφερε κάπως σε ισορροπία τα πράγματα με ένα σχετικώς αμερόληπτο και αξιοπρόσεκτο αντίλογο. Διατύπωσε την άποψη ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς αυτό που δείχνουν και ότι ο Πολ δεν θα έπρεπε να βιαστεί τόσο πολύ να βγάλει συμπεράσματα περί εσκεμμένου σαμποτάζ ή περί ύποπτης ευθιξίας των ανθρώπων εκείνων (συναδέλφων του Τζον Πιλ) που ρυθμίζουν την «εναέρια» κυκλοφορία τραγουδιών στη Βρετανία. Κατά τη γνώμη του Τζον Πιλ, ο συγκεκριμένος δίσκος δεν έχει απαγορευτεί ούτε επισήμως ούτε ανεπισήμως, δεν «κόπηκε» ποτέ από οργισμένους παραδοσιάρχες του προφορικού σαβουάρ βιβρ. Τι ακριβώς συμβαίνει λοιπόν εδώ; Απλώς δεν τυγχάνει συχνού παιξίματος! Αποψη που «αδειάζει» τον Πολ, υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι το εν λόγω τραγούδι δεν είναι δα και κάτι που θα μπορούσε να φέρει τον κόσμο τα πάνω κάτω. «Προσωπικά δεν έχω ακούσει ακόμη το τραγούδι, αν κρίνω όμως από τον συγκεκριμένο στίχο, δεν διαθέτει και κανένα τρομερό βάθος...» δήλωσε επί λέξει ο Τζον Πιλ στους «Times». Εμείς, ακούγοντας το συγκεκριμένο τραγούδι, θα σπεύσουμε να δικαιώσουμε όσους παραγωγούς του ραδιοφώνου θεωρούν ότι δεν κάνουν και το μεγαλύτερο δώρο στην ανθρωπότητα παίζοντάς το από το πρωί ως το βράδυ στις εκπομπές τους. Οσο για τους στίχους, τι να πουν και οι αγκιτάτορες του ραπ, διεθνείς και εγχώριοι; Πάντως ­ για να είμαστε δίκαιοι ­ πρέπει οπωσδήποτε να αναφερθεί σχετικά με το «θιγόμενο» άλμπουμ της Λίντας Wide Prairie ότι, χάρη και στη συνεισφορά του Πολ, προσφέρει αρκετές ευχάριστες εκπλήξεις στον ακροατή του, όπως τα τραγούδια «The White Coated Man», «Oriental Nightfish» και «Love's Full Glory», ενώ περιέχει και το ήδη αρκετά γνωστό κομμάτι «Seaside Woman», γραμμένο από τη Λίντα για ταινία κινουμένων σχεδίων.

Σημασία φυσικά έχει ότι κανένα τραγούδι που αξίζει τον κόπο δεν έχει ανάγκη τον εξωμουσικό «θόρυβο» για να επιβιώσει και κάθε τραγούδι που το λέει η ψυχή του έχει τη δύναμη να προσπεράσει το εφήμερο, τις κραυγές και τα φλας και να ταξιδέψει τον ακροατή του ως εκεί που μόνο αυτό έχει τη δύναμη να φτάνει. Πέρα από την αμηχανία. Πέρα από το άγχος. Πέρα από τα σκάνδαλα και τις ειδήσεις των 8.00. Ενας ολόκληρος αιώνας κλείνει και δεν είναι δυνατόν να φύγει μόνο με ήττες, σπαραγμούς και γκρίνιες. Τουλάχιστον ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ, η καρδιά του μπιτλικού αισθήματος, δεν είναι δυνατόν να το επιτρέψει αυτό, στο βαθμό που μπορεί ακόμη να επηρεάζει την ψυχολογία των νέων καιρών με το να γελάει τελευταίος, προσπερνώντας το φτηνό, το κακό και το άσχημο. «Υιοθέτησα μια φιλοσοφική στάση επί των επικρίσεων» εξομολογείται στην εφημερίδα του επίσημου προσωπικού του fan club, «μια στάση που συνοψίζεται στην πεποίθηση πως η κακή κριτική δηλώνει ότι είσαι καλύτερος από εκείνο που νομίζουν όσοι σου την ασκούν. Τους έχεις ήδη προσπεράσει». Με τη ίδια ευκολία που προσπερνούν κάθε χωροχρονικό φραγμό τα δικά του μεγάλα τραγούδια, πόσο μάλλον οι αρχέτυποι ύμνοι των Μπιτλς ή το σκληροπυρηνικό μελό του Τζον Λένον. Οι ήχοι των Σκαθαριών συνιστούν κυριολεκτικά αιώνια μόδα, ενορχηστρώνοντας κάτι παραπάνω από ένα κορυφαίο αισθητικό φαινόμενο. Εκπροσωπούν με μοναδικό τρόπο μια ­ εναλλακτική της τζαζ και των άλλων κλασικών εκφάνσεων του αιώνα ­ τέχνη μεταμόρφωσης της επικοινωνίας των ανθρώπων σε συμβιωτικό ταξίδι πίσω από τον πίξελ καθρέφτη των on line καιρών. Οι Μπιτλς (και... οι εξ ων συνετέθησαν) έχουν κάθε λόγο να βρίσκονται μονίμως στην επικαιρότητα. Χρειάζεται να εξηγήσουμε ακριβώς το γιατί; Αν διανοηθούμε να τολμήσουμε κάτι τέτοιο θα πλημμυρίσουμε «Το Βήμα» με δεκάδες τίτλους τραγουδιών (στις δεκάδες εκδοχές και διασκευές τους) και θα βυθιστούμε σε έναν ωκεανό ειδήσεων λιγότερο ή περισσότερο σημαντικών. Ηδη η συλλογή σπάνιων και κλασικών στιγμών του βίαια εξουδετερωμένου Σκαθαριού, The John Lennon Anthology, αποτέλεσε το απόλυτο δώρο των Χριστουγέννων του '98. Την ίδια περίοδο, ένα αφοπλιστικό λεύκωμα / χρονικό, The Μπιτλς: Α Diary (Omnibus), με στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή τους, απέσπασε τις καλύτερες των εντυπώσεων. Παρ' ότι ο συγγραφέας του, Μπάρι Μάιλς, πρόσωπο του στενού περιβάλλοντος του Μακ Κάρτνεϊ, χειρίστηκε πιο άνετα την ανεκδοτολογική πλευρά του θέματος, παρά την αμιγώς ιστορική, με τις ίσως πολύτιμες δισκογραφικές, φιλμογραφικές, εκδοτικές, συμβολαιογραφικές και βιβλιογραφικές λεπτομέρειες, που αποζητούν ο συλλέκτης, ο φανατικός της μουσικής και ο έφορος! Για όλα αυτά διοχετεύονται περισσότερα στοιχεία στο The Complete Μπιτλς Chronicle, του Μαρκ Λιούισον. Για ακόμη, ωστόσο, περισσότερα στιγμιότυπα, παρασκήνια και λεπτομερείς ιστορίες γύρω από το πώς και το γιατί κάποιων ιδιαίτερα σημαδιακών τραγουδιών των Μπιτλς ενδείκνυνται αντιστοίχως οι εκδόσεις: The Μπιτλς Of Lists (Citadel), The Μπιτλς Files (Bramley Books) και Classic Rock Albums (Schirmer).

Σε αυτό το κλίμα και λίγο προτού ο Πολ ξεσπάσει καταγγέλλοντας το φερόμενο ως σκάνδαλο λογοκρισίας, ήχησαν τραγικά τα λόγια του: «Με αυτό το άλμπουμ, το ντεμπούτο της, η Λίντα γελά τελευταία». Ηδη μοιάζει έτοιμος να ξανακοιτάξει στα μάτια το κοινό του και να του χαμογελάσει πλατιά με τα τραγούδια ενός καινούργιου άλμπουμ, το οποίο (προσέξτε) βγαίνει με ψευδώνυμο! Ο τίτλος είναι «Rush» και υπογράφεται από τους The Firemen. Δεν είναι βέβαια άλλοι από τον ίδιο τον Πολ και τον Youth, γνωστό παραγωγό της χορευτικής ambient σκηνής. Η προηγούμενη συνεργασία τους είχε τον τίτλο «Strawberries Oceans Ships Forest» και χρονολογείται από το 1993. Παράλληλα, το βιβλίο Many Years From Now (Secker & Warburg), ως εξουσιοδοτημένη βιογραφία του Μακ Κάρτνεϊ, αποδεικνύεται όντως σημαντικό, αφού έχει πραγματικά πολλά να πει και ευρύ κοινό να τα υποδεχτεί. Στοιχεία για τον εαυτό του, για τη ζωή του, για τη μουσική του, για τους Μπιτλς. Φυσικά, και μόνο το άκουσμα του ονόματός του ανασύρει στον καθένα συγκινήσεις και εικόνες μιας εποχής πρωτόγνωρης λάμψης και φόρτισης, της χρυσής δεκαετίας του '60, αλλά όχι μόνο αυτής. Νομιμοποιείται πια να παρατηρήσει κανείς ότι και έξω ακόμη από τις τάξεις των Beatles, η ιδιότυπη μελωδική φλέβα του Πολ, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αργά ή γρήγορα, θα έβρισκε τον δρόμο της να μεταστοιχειωθεί σε ποπ διαμάντια και να εκφράσει προσωπικά το καθολικό αίσθημα της μεταπολεμικής εποχής. Οπως και έγινε, αμέσως μετά τη διάλυση του κουαρτέτου, μεταγγίζοντας τη φευγαλέα μαγεία ενός μετέωρου κόσμου σε ανεξίτηλες στιγμές γενναιόδωρης μουσικής. Στιγμές σκορπισμένες σε όλα τα άλμπουμ του που από το 1970 ως σήμερα παρουσίασε είτε με την υπογραφή του είτε πίσω από τη συλλογική ταμπέλα των Wings. Στιγμές επίσης σε συνεργασίες κορυφής, όπως με έναν Στίβι Γουόντερ ή έναν Μάικλ Τζάκσον και, εσχάτως, με επιβλητικές ορχήστρες κλασικής μουσικής! Η μελωδική φλέβα, που είχε ήδη χτυπήσει από το 1956 (όταν ως 14χρονος φέρελπις των χορωδιών συναντήθηκε με τον 16χρονο τότε Τζον Λένον, σε συναυλία διοργανωμένη από την εκκλησιαστική ενορία του Γούλτον στο Λίβερπουλ), δεν λέει να στερέψει, αν όχι αποδίδοντας τους τελειότερους καρπούς, τουλάχιστον δονώντας χρησμούς και στέλνοντας ανόθευτα σκιρτήματα μπιτλικής έμπνευσης στο σήμερα. Μια έστω και έμμεση προσέγγισή του, μέσω fan club, επιβάλλεται. Οι αποκαλυπτικές απαντήσεις που (χωρίς φόβο και πάθος) έδωσε στους (συμπεριλαμβανομένου και του υπογράφοντος) συνδρομητές του «Club Sandwich» λύνουν ­ ελπίζουμε ­ και δικές σας διαχρονικές απορίες για τον Πολ· εντός και εκτός Μπιτλς.
­
Υπάρχει μια γαργαλιστική φήμη γύρω από ένα άλμπουμ φάντασμα, μια φήμη που ασφαλώς βάζει φωτιά στα μπατζάκια των Sotheby's και των Christie's αλλά και κάθε σκληροπυρηνικού λάτρη των Μπιτλς. Σύμφωνα με αυτή, λοιπόν, κάποια Χριστούγεννα μέσα στη δεκαετία του '60, ηχογραφήσατε στο σπίτι σας σειρά τραγουδιών και σκετς, ως προσωπικό σας δώρο προς τα υπόλοιπα Σκαθάρια. Κόψατε μόνο τρεις κόπιες αυτού του υλικού σε δίσκο και προσφέρατε μία στον Τζον, μία στον Τζορτζ και μία στον Ρίνγκο. Ασφαλώς, μια πολύ τρυφερή ιστορία. Είναι όμως αληθινή;

«Ναι, είναι αληθινή. Είχα δύο μαγνητόφωνα Brenell σπίτι μου, στα οποία συνήθιζα να κάνω πειραματικές ηχογραφήσεις και λούπες, σαν αυτές που ακούγονται στο "Tomorrow Never Knows". Οπότε, κάποια στιγμή έφτιαξα κάτι τρελό, έτσι για τους υπόλοιπους Μπιτλς, μια αστεία απολαυστική ηχογράφηση για να την ακούνε αργά το βράδυ. Στην πραγματικότητα, ήταν κάτι για το κορίτσι τους. Ο γενικός τίτλος ήταν "Unforgettable" και όλα ξεκινούσαν με τον Νατ Κινγκ Κόουλ να τραγουδά unforgettable, μετά έμπαινα εγώ επικαλύπτοντας το γνωστό τραγούδι με την απάντηση: "Yes, Unforgettable, that's what you are! And today in Unforgettable...". Ηταν κάτι σαν ηχητικό περιοδικό: γεμάτο αλλόκοτες συνεντεύξεις, πειραματική μουσική, λούπες, μερικά τραγούδια που ήξερα ότι οι υπόλοιποι δεν είχαν ακούσει, γενικώς μια συλλογή από παράξενα πράγματα. Πήγα τη μαγνητοταινία στο στούντιο του Ντικ Τζέιμς και κόψαμε τρεις δοκιμαστικούς δίσκους. Δυστυχώς η ποιότητά τους ήταν τόσο άσχημη που καταστρέφονταν πολύ γρήγορα με το παίξιμο. Τους μοίρασα στην παρέα και ευχήθηκα να μπορούν να τους παίζουν για κάνα-δυο εβδομάδες, προτού φθαρούν εντελώς. Ωστόσο, κατά πάσα πιθανότητα, πρέπει κάπου να υπάρχει μια κασέτα με αυτό το υλικό». (σ.σ.: Οντως έπεσε κάποτε μια τέτοια κασέτα και στα χέρια των Ρέζιντεντς, με τις γνωστές παρανοϊκές παρενέργειες στη μουσική του τέλους του 20ού αιώνα!).
­
Στα 40 χρόνια καριέρας, σας ασκήθηκε ποτέ κάποια κριτική που να σας πείραξε ιδιαιτέρως; Ή ήσασταν πάντα άνθρωπος της περήφανης προσπέρασης, τόσο στην καλλιτεχνική όσο και στην προσωπική σας ζωή;

«Στην πραγματικότητα υπήρξαν πολλές δυσμενείς κριτικές που με πείραξαν και δεν έλεγαν να φύγουν από το μυαλό μου και, δυστυχώς, πρέπει να παραδεχτώ ότι η πιο επίπονη ήρθε από τον Τζον. Ενιωσα φριχτά προδομένος. Αλλά φυσικά και δεν του κράτησα καμιά κακία γι' αυτό ­ δεν χρειάζεται να το τονίσω. Πάντως, στις εφημερίδες υπήρξαν πολλές κακές κριτικές. Θυμάμαι μάλιστα κάτι τόσο κακεντρεχές, ώστε η Λίντα παρακινήθηκε να αλληλογραφήσει με τον δημοσιογράφο και να τον ρωτήσει πώς ήταν δυνατόν να γράφει τόσο σκληρά και άκαρδα σχόλια. Εκείνος μας απάντησε λέγοντας: "Ε, δεν περίμενα πως θα το διαβάζατε ποτέ αυτό..."! Δεν πειράζει όμως, εκείνο που μένει από όλα αυτά είναι ότι ποτέ κανείς σπουδαίος καλλιτέχνης δεν έλαβε έστω και μια καλή κριτική για το έργο του κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ο Βαν Γκογκ, όσο ζούσε, δεν κατάφερε να πουλήσει ούτε έναν πίνακα και ας ήταν έμπορος έργων τέχνης ο αδελφός του. Η "Ιεροτελεστία της Ανοιξης", του Στραβίνσκι, γιουχαΐστηκε στην πρεμιέρα της. Ο Μότσαρτ θάφτηκε με τη γνωστή επίκριση: "υπερβολικά πολλές νότες". Και αυτοί είναι οι πραγματικά σπουδαίοι, είτε μας αρέσει είτε όχι. Ετσι λοιπόν και εγώ υιοθέτησα μια φιλοσοφική στάση επί των επικρίσεων, που συνοψίζεται στην πεποίθηση ότι η κακή κριτική δηλώνει πως είσαι καλύτερος από αυτό που νομίζουν όσοι σου την ασκούν. Τους έχεις ήδη προσπεράσει!».
­
Πώς τα περάσατε φυλακισμένος στην Ιαπωνία το '80; Δεν πρέπει να ήταν και η καλύτερη εμπειρία της ζωής σας!

«Ξέρασα κάμποσες φορές με την πρωινή σούπα φυκιών αλλά έκανα και υπομονή, γιατί παρά τις περίεργες τροφές δεν ήθελα να χάσω βάρος. Εξάλλου, ήμουν πολύ αυστηρός στην επιλογή μου, να είμαι δηλαδή εκεί μέσα όχι ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ, αλλά ένας ανάμεσα στο πλήθος. Ετσι, όταν για παράδειγμα μου πρόσφεραν ένα ιδιωτικό δυτικού τύπου μπάνιο, προτίμησα το συλλογικό, μαζί με όλους τους άλλους, που αποδείχτηκε τελικά μια πιο διασκεδαστική εμπειρία. Με όλες αυτές τις γυναίκες φρουρούς να μας κοιτούν...».
­
Αλλη ανάλογη εμπειρία τύπου Jail House Rock;

«Χμμ, ναι εκείνες οι τέσσερις-πέντε ώρες σε γερμανική φυλακή... Μια πολύ παλιά ιστορία. Από την εποχή που ήταν ακόμη ντράμερ στους Μπιτλς ο Πιτ Μπεστ και αλλάζαμε αεροπλάνα ψάχνοντας το ιδανικό κλαμπ. Φύγαμε λοιπόν από το Αμβούργο για καλύτερη τύχη και, με τα πολλά, καταλήξαμε στο βρώμικο κλαμπ ενός κακοπληρωτή, να κοιμόμαστε άφραγκοι δίπλα στις τουαλέτες, ξυλιασμένοι, τυλιγμένοι στα δερμάτινα τζάκετ μας, κουλουριασμένοι πάνω σε κρεβάτια εκστρατείας. Ξεγλιστρώντας τελικά απροειδοποίητα απ' αυτή την κόλαση και επιστρέφοντας στο άλλο κλαμπ ­ από όπου είχαμε φύγει για να κάνουμε υποτίθεται την τύχη μας ­ συλληφθήκαμε. Ο ιδιοκτήτης, αυτός που μόλις είχαμε εγκαταλείψει, σκαρφίστηκε να ζητήσει αποζημίωση ή ίσως απλώς να πάρει εκδίκηση για την ξαφνική αποχώρησή μας, καταγγέλλοντάς μας στην αστυνομία ως υποψήφιους εμπρηστές, ότι επιχειρήσαμε να βάλουμε φωτιά στο μαγαζί του! Τραγικοί καιροί...».
­
Πώς τα πάτε με τους σύγχρονους καιρούς, τα multimedia δίκτυα και, γενικώς, με τον πολιτισμό των κομπιούτερ;

«Ξέρω ότι υπάρχουν πολλά sites που αναφέρονται σε εμένα ή στους άλλους της παρέας και φυσικά στα χρόνια των Μπιτλς, αλλά δεν μπλέκομαι πολύ με το Internet. Οι υπολογιστές πάλι, ως εργαλείο παραγωγής μουσικής, σε παλαιότερες ηχογραφήσεις, μάλλον μου είχαν σπάσει τα νεύρα, αλλά στο άλμπουμ κλασικού ήχου και ύφους "Standing Stone" πραγματικά με εξυπηρέτησαν».
­
Από όλα τα σόλο άλμπουμ σας ποιο ήταν αυτό που απολαύσατε περισσότερο κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης;

«Πιθανώς το πρώτο, ναι το άλμπουμ "McCartney". Ηχογραφημένο λιτά με ένα τετρακάναλο μηχάνημα στο σαλόνι του σπιτιού μου. Η Λίντα και εγώ ήμασταν νιόπαντροι τότε και ακτινοβολούσαμε εκείνη τη χρυσή άχλη που χαρακτηρίζει τα πρώτα χρόνια του γάμου. Επιπλέον ένιωθα και κάποια ανακούφιση, επειδή δεν χρειαζόταν να υποστώ το στρες της Apple, καθώς μαζί με τη λύπη για τη διάλυση των Μπιτλς αναδυόταν και κάτι θετικό μέσα από αυτή την απόφαση. Το συναίσθημα εκείνο που σε πλημμυρίζει όταν επιχειρείς ένα καινούργιο ξεκίνημα, έστω και αν σε τρομάζει επίσης λίγο. Ετσι λοιπόν το να ολοκληρώσω το άλμπουμ "McCartney" ήταν μια πολύ αναζωογονητική εμπειρία για μένα. Ηταν τόσο οικείο, τόσο πολύ ο εαυτός μου... Το δεύτερο πιο απολαυστικό άλμπουμ κατά τη δημιουργία του ήταν το "Band On The Run"».
­
Ας υπεισέλθουμε λίγο στα άδυτα των Μπιτλς. Ως προς το κλίμα που επικρατούσε μέσα στο στούντιο και στις μεταξύ σας σχέσεις, ποια ήταν η πιο ευτυχισμένη συνθήκη ηχογράφησης άλμπουμ και ποια η λιγότερο ευνοϊκή; Πού περνούσατε καλά πίσω από τις νότες και πού όχι;

«Είναι καλή ερώτηση αλλά και πολύ δύσκολη, γιατί ο χρόνος γιατρεύει πολλά, έτσι κοιτώντας τώρα πίσω στην εποχή των Μπιτλς έχω την τάση να τα βρίσκω όλα μέλι γάλα, να θυμάμαι σχεδόν μόνο τις στιγμές που η όλη ιστορία είχε πλάκα. Ετσι δουλεύει η μνήμη. Σου συμβαίνει να έχεις περάσει τραγικές διακοπές, με τη βροχή να μη λέει να σταματήσει, αλλά αν κάποιος ύστερα από χρόνια σε ρωτήσει αν τυχόν επισκέφθηκες ποτέ καλοκαίρι τη νότια Γαλλία, εσύ αυτομάτως απαντάς "ου, ναι, και είχα περάσει φίνα...". Αλλά, για να απαντήσω στην ερώτηση, στο "Revolver" και στο "Rubber Soul" το κλίμα ήταν θαυμάσιο. Στον αντίποδα, το "White Album" και το "Let It Be" γράφτηκαν υπό δύσκολες συνθήκες, αφού είχε αρχίσει η διάλυση. Μη θεωρηθεί εδώ ότι προτιμώ γενικώς τις πρώτες στιγμές μας από τις τελευταίες. Οχι. Και τα τέσσερα άλμπουμ στα οποία αναφέρθηκα είναι φοβερά, απλώς στο "White" και στο "Let" υπήρχε μεγαλύτερη ένταση. Ποιος ξέρει όμως, ίσως αυτό το στοιχείο να τα έκανε πιο καλούς δίσκους, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι ακριβώς δουλεύει στην καρδιά της δημιουργικότητας».
­
Για να μείνουμε σε αυτή την εποχή, τι απέγινε αλήθεια εκείνο το κομμάτι που σας ζήτησε ο Μικ Τζάγκερ για λογαριασμό της Μάριαν Φέιθφουλ;

«Προφανώς δεν ήταν αυτό που έψαχναν. Πιστεύω ότι εκείνη έψαχνε κάτι σε στυλ "Eleanor Rigby", αλλά εγώ της πρόσφερα το "Etcetera", όντως κομμάτι εποχής "White Album". Ενα μικρό χαζούλικο τραγουδάκι στην ουσία. Εχω πολλά από αυτά· όταν κάποιοι μου ζητούν να τους δώσω κάποιο τραγούδι, βγάζω ένα από τα χωμένα στο συρτάρι και τους δίνω».
­
Θεωρείτε ότι γράψατε ποτέ τραγούδι που να εξέφρασε λυτρωτικά κάποιες σκέψεις ή συναισθήματα τα οποία με τίποτε δεν θα μπορούσαν να βγουν προς τα έξω αλλιώς;

«Α, ναι βέβαια. Το "Here Today" που το έγραψα για τον Τζον. Μου ήταν αδύνατον να συμβιβαστώ με την ιδέα του θανάτου του. Με παίδευε, "πώς είναι δυνατόν να κλείσω μάτι ύστερα από αυτό" σκεφτόμουν... Αλλά ευτυχώς είχαμε λύσει όλες τις διαφορές μας προτού συμβεί το μοιραίο και είχαμε αρχίσει να περνάμε καλά τηλεφωνώντας ο ένας στον άλλο. Ετσι τελικά ξανασυνάντησα τον Τζον στο τραγούδι "Here Today" και τα είπαμε πολύ τρυφερά και πολύ ειλικρινά, σαν δύο φίλοι που γνωρίζουν και κατανοούν σε βάθος ο ένας τον άλλο...».
­
Ποια τραγούδια άλλων έχετε ζηλέψει που δεν έτυχε ή δεν μπορέσατε να τα γράψετε εσείς;

«Για να πω την αλήθεια, δεν θα ήθελα να έχω γράψει τα τραγούδια κάποιου άλλου, αλλά ως υποθετική και μόνο ερώτηση θα απαντούσα ότι αγαπώ, φερ' ειπείν, το "Star Dust" των Καρμάικλ και Πάρις. Θυμάμαι επίσης ότι η πρώτη επιτυχία του Μπίλι Τζόελ, το "Just The Way You Are", ήταν ένα όμορφο τραγούδι. Να σας πω την αλήθεια όμως, είμαι ευτυχής και με αυτά που έχω γράψει εγώ· μου αρκούν...».
­
Ποιο ήταν το πρώτο τραγούδι που σας έκανε να πιάσετε μια κιθάρα και να τραγουδήσετε;

«"Το That'll Be The Day" με τον Μπάντι Χόλι και τους Κρίκετς».
­
Πώς ακριβώς χειριστήκατε μέσα στο στούντιο, μαζί με τον Τζορτζ και τον Ρίνγκο, το τραγούδι του Τζον «Free As Α Bird»;

«Με την αίσθηση ότι ο Τζον είχε μόλις φύγει διακοπές λέγοντάς μας: "Παιδιά, τέλειωσα όλα τα κομμάτια στο άλμπουμ εκτός από αυτό. Συγγνώμη που δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω την ηχογράφηση αλλά αφήνω το θέμα στα χέρια σας. Μην αρχίσετε τις τρέλες, κάντε τα συνηθισμένα. Σας έχω εμπιστοσύνη". Με ένα τόσο σπουδαίο τραγούδι, τα πράγματα δεν ήταν τελικά και τόσο εύκολα».
­
Αν μπορούσαμε αυτή τη στιγμή να γυρίσουμε πίσω τον χρόνο και να σας φέρουμε στο έτος 1962, αφού ζυγίζατε πρώτα καλά όσα σας έχουν συμβεί στη ζωή σας, τι θα προτιμούσατε: τη δόξα και πάλι ή μια συνηθισμένη ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας;

«Μια συνηθισμένη ζωή; Οχι ευχαριστώ, δεν θα πάρω! Εζησα για 20 χρόνια μια συνηθισμένη ζωή και δεν συγκρίνεται με όσα ακολούθησαν».


Το ΒΗΜΑ, 14/02/1999
 
Λίστα όλων των άρθρων